ΜΕ ΣΥΓΡΟΝΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΑ ΕΚΘΕΜΑΤΑ
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΚΛΑΔΟΣ
Σύγχρονων προδιαγραφών και λειτουργικό είναι το νέο μουσείο της Ιεράς Μονής Αρκαδίου, το οποίο ολοκληρώθηκε και άνοιξε τις πύλες του για το κοινό.
Πρόκειται για μια εντυπωσιακή έκθεση κειμηλίων, που αναδεικνύει την μακραίωνη πορεία και την συμβολή της Μονής στην ιστορία αλλά κυρίως αποτελεί τεκμήριο της Ορθόδοξης μαρτυρίας της.
Το μουσείο οργανώθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1930, με τη φροντίδα του μακαριστού Επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Τιμόθεου Βενέρη και στεγάζονταν αρχικά στον όροφο της ΝΔ πτέρυγας. Το Μουσείο μεταφέρθηκε το 2006 στην Τράπεζα της μονής, στο ισόγειο της βόρειας πτέρυγας. Τον πυρήνα της έκθεσης αποτέλεσαν τα κειμήλια που σώθηκαν από τις καταστροφές που υπέστη η Μονή ανά τούς αιώνες. Η Έκθεση, στεγάζεται τώρα μόνιμα στο ισόγειο τής ΝΔ πτέρυγας, η οποία είχε αποκατασταθεί στο πλαίσιο του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, από την 28η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα τμήματα του μοναστηριακού συγκροτήματος, που αρχικά χρησιμοποιούταν για αποθήκευση λαδιού και κρασιού της Μονής. Το έργο "Επανέκθεση Κειμηλίων Ιεράς Μονής Αρκαδίου" εκτελέστηκε στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, με χρηματοδότηση από το Ε.Π. Κρήτη και Νήσοι Αιγαίου 2007-2013, με φορέα υλοποίησης την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ρέθυμνου και την ουσιαστική υποστήριξη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ευγένιου.
ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
Η ολοκλήρωση των εργασιών και η επαναλειτουργία του νέου μουσείο, προκαλεί ικανοποίηση στον Μητροπολίτη Ευγένιο, ο οποίος μας ξενάγησε την περασμένη Πέμπτη και μας μίλησε για το έργο αυτό.
«Χαιρόμαστε πολύ που βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να παραδίδουμε στον τόπο μας και στην ιστορία τούτο το νέο μουσείο» δήλωσε στην εφημερίδα «Ρέθεμνος» ο Σεβασμιώτατος για να συνεχίσει λέγοντας «μετά από πολλούς κόπους, δάκρυα και στεναγμούς, αυτό το μουσείο είναι μια πραγματικότητα και ο μακαριστός προκάτοχος μου, ο οποίος ξεκίνησε αυτό το έργο, αλλά πρωτίστως, ο πολύ πριν από αυτόν πρώτος ιδρυτής του ο επίσκοπος Ρεθύμνης κα Αυλοποτάμου Τιμόθεος Βενέρης, ο οποίος συγκέντρωσε τα πρώτα εκθέματα αυτού του μοναστηριού νομίζω ότι θα είναι πολύ ικανοποιημένοι.»
Συνεχίζοντας ο Μητροπολίτης Ευγένιος δήλωσε ότι «με τη βοήθεια των αρμοδίων υπηρεσιών, πρωτίστως της εφορίας των βυζαντινών αρχαιοτήτων και της προϊσταμένης της, της κυρίας Αναστασίας Τζιγκουνάκη, μαζί με τους συνεργάτες της, έγινε αυτό το έργο πραγματικότητα και θα είμαστε επίσης στην πολύ ευχάριστη θέση όπως έχει ήδη ανακοινωθεί στους εορτασμούς της επετείου για τα 150 χρόνια του ολοκαυτώματος του Αρκαδίου που θα έχουμε την μεγάλη τιμή να είναι παρόν ο εξοχότατος πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας να προβούμε και στον εγκαινιασμό του. Όπως ασφαλώς θα θυμάστε στην επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Μητρόπολη μας τον Σεπτέμβριο του 2012 έγιναν τα εγκαίνια των χώρων που φιλοξενείται το μουσείο και τώρα μετά από την τοποθέτηση των προθηκών και των εκθεμάτων μέσα σε αυτές και τη ολοκλήρωση του όλου έργου που χρηματοδοτήθηκε από τα ευρωπαϊκά προγράμματα είμαστε στη ευχάριστη θέση να το παραδίδουμε ολοκληρωμένο στο λαό μας και στους πολυάριθμους από όλο τον κόσμο επισκέπτες του μοναστηριού για να βλέπουν, να θαυμάζουν την ιστορία και να παίρνουν τα μηνύματα που ίσως περισσότερο από ποτέ άλλοτε στις ημέρες μας είναι αναγκαία για όλους εμάς και για την πνευματική μας ανέλιξη.»
ΧΩΡΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
«Το Αρκάδι είναι ένας χώρος ορθόδοξου πολιτισμού» δήλωσε ο Μητροπολίτης Ευγένιος στην εφημερίδα μας. Τεκμηριώνοντας την άποψη του επισήμανε, ότι «δεν είναι μόνο η ιστορία από το ολοκαύτωμα και εξής, δηλαδή τα τελευταία εκατό πενήντα χρόνια που ασφαλώς αναδεικνύεται μέσα από το μουσείο και από τον ειδικό χώρο που αφιερώθηκε σε αυτό, όπου και βρίσκεται συντηρημένο, πλέον, το ιερό λάβαρο και όλα όσα σώθηκαν από εκείνη την φοβερή λαίλαπα, εκείνη την ιερή στιγμή του ολοκαυτώματος. Είναι και όλα τ’ αλλά εκθέματα που πάνε την ιστορία του πολύ πίσω. Από την ίδρυση του. Από το 1400 περίπου. Από το σύνολο των εκθεμάτων φαίνεται η μακραίωνη πορεία της μοναχικής κοινότητας του Αρκαδίου. Όλα αυτά εκτίθενται και φανερώνουν πως αυτό το μοναστήρι έχει μια ζωντανή παρουσία στα σπλάχνα της Κρήτης και του λαού της πολλούς αιώνες, που έπρεπε με αυτόν τον τρόπο να αναδειχθεί για να βλέπουν και εκτός από τους επισκέπτες μας πρωτίστως τα παιδιά μας και οι άνθρωποι του τόπου μας, που πρέπει να γνωρίζουν τη ιστορία, τον πολιτισμό και την παράδοση που διακρατούν τα μοναστήρια μας και ειδικά αυτό το περιώνυμο μοναστήρι. όλους αυτούς τους αιώνες την κληροδότησαν σε μας και εμείς με τη σειρά μας πρέπει να την αφήσουμε στους επιγενόμενους. Για να το βλέπουν τα σχολεία μας, οι μαθητές μας. Για να το βλέπουν όλοι οι άνθρωποι που περιηγούνται στην Κρήτη και έρχονται να δουν αυτό που ξαναλέω για μια ακόμα φορά ως κόρη οφθαλμού διακρατούμε στην τοπική μας εκκλησία. Που έρχονται να λάβουν ιδιαίτερα φέτος στα εκατό πενήντα χρόνια από το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου το μεγάλο μήνυμα που θέλουμε να εξακτινώσουμε σ’ όλη τη οικουμένη πως κάποιοι άνθρωποι εδώ μέσα ολοκαυτώθηκαν για την πνευματική ελευθερία και μόνο. Και αυτό το λέμε χωρίς καμία διάθεση μισαλλοδοξίας. Αυτοί οι άνθρωποι εδώ μέσα έχυσαν το αίμα τους και προτίμησαν να μαρτυρήσουν παρά να αλλαξοπιστήσουν και να πέσουν στα χέρια εκείνων που ήθελαν να τους στερήσουν αυτή την πνευματική τους ελευθερία. Αυτό το μήνυμα λοιπόν της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης των λαών χωρίς κανένα ίχνος ρατσισμού ή μισαλλοδοξίας θέλουμε να βγαίνει από αυτό το μοναστήρι από αυτό το χώρο ιδιαίτερα από φέτος και εξής.»
ΤΑ ΕΚΘΕΜΑΤΑ
Το νέο μουσείο περιλαμβάνει σειρά από πτέρυγες με βαρύτιμα εκθέματα. Σε μία από αυτές δεσπόζουν τα περίτεχνα λειτουργικά και λατρευτικά αντικείμενα όπως δισκοπότηρα, λειτουργικοί δίσκοι, αρτοφόρια, πόρπες, κανδήλες, θυμιατήρια, περίαπτα, σταυροί, αφιερώματα μοναχών και προσκυνητών της Μονής, χρονολογούμενα από το 18ο έως τις αρχές του 20ου αιώνα, τα οποία διαφυλάχτηκαν στον τόπο αυτό προσευχής και λατρείας. Σε εσωτερικό πόρπης βρέθηκε χειρόγραφο, σε δεύτερη χρήση, για το γέμισμα της.
Σε άλλη πτέρυγα φιλοξενούνται τα αριστουργήματα της χρυσοκεντητικής τέχνης, η οποία γνώρισε αξιοσημείωτη ανάπτυξη στη Μονή. Δείγματα διασώζονται στο μοναστήρι από το 1662 και μετά. Έργα του αρκαδιώτικου εργαστηρίου εντοπίστηκαν και σε άλλα κέντρα της ορθοδοξίας, όπως στις Μονές Σινά, Πάτμου, Ιβήρων, Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, Αναφωνήτριας Ζακύνθου, Αγίου Διονυσίου Τρικάλων, Αγίου Στεφάνου Μετεώρων, Λειμώνος Λέσβου και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ άλλα δείγματα εκτίθενται στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βουκουρεστίου, το Εκκλησιαστικό Μουσείο Μυτιλήνης και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Αθηνών.
Σε επιγραφές κεντημάτων αναφέρονται κεντητές ηγούμενοι και διάκονοι της Μονής. Οι τεχνίτες της χρυσοκεντητικής τέχνης του Αρκαδίου προτιμούσαν το μεταξωτό βυσσινί υπόβαθρο και χαμηλό, επίπεδο βυζαντινό κέντημα ή δυτικότροπο έξεργο σε μεταξύ τους συνδυασμούς, με χρυσό σύρμα, χρυσόνημα, χρυσοκλωστές ή κορδόνι χρυσοντυμένο και αντίστοιχα αργυρά. Στην εικονογραφία τους ακολουθούσαν κυρίως τη βυζαντινή παράδοση, σε σταρόχρωμο μεταξωτό ύφασμα, ενώ για τις λεπτομέρειες και το διάκοσμο χρησιμοποιούσαν δυτικότροπα στοιχεία. Στην ενότητα αυτή εκτίθενται άμφια και προσωπικά αντικείμενα του Γαβριήλ Μαρινάκη, εμβληματικής μορφής του Ολοκαυτώματος, που πρωτοστάτησε στα γεγονότα του 1866 ως ηγούμενος της Μονής και πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής Ρεθύμνου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι λατρευτικές εικόνες. Οι περισσότερες από τις εικόνες της συλλογής προέρχονται από τα μετόχια και τα παρεκκλήσια της Μονής Αρκαδίου και φυλάχτηκαν στο μοναστήρι όταν αυτά σταμάτησαν να λειτουργούν, χρονολογούνται δε από τα μέσα του 17ου (1629) έως και τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι παλαιότερες από αυτές αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της όψιμης Κρητικής Σχολής. Η ζωγραφική είναι με αυγοτέμπερα και προετοιμασία, ή μη, σε ύφασμα και συχνά φέρουν επιγραφή και χρονολόγηση. Στη συλλογή εκτίθεται ο ξυλόγλυπτος σταυρός και τα Λυπηρά, από το εικονοστάσι που υπήρχε στο Καθολικό κατά τη διάρκεια της καταστροφής της Μονής το 1866.
Εντυπωσιακά είναι τα εκθέματα των έντυπων εκδόσεων. Τα περισσότερα βιβλία που εκτίθενται στη συλλογή είναι παλαίτυπα με πολυτελείς σταχώσεις, ευαγγέλια με κάλυμμα από δέρμα, βελούδο και επιχρυσωμένο ασήμι, ξύλο, χρονολογούμενα από το 1697 έως το 1879, ψαλτήρι από δέρμα (1830) και έντυπος κώδικας Αγιασμού του 1883. Έχουν σωθεί και παρουσιάζονται στην έκθεση χειρόγραφος μουσικός κώδικας του 1738, με βιβλιογραφικό σημείωμα του αντιγραφέα και κώδικας με το βίο και τη λειτουργία του Αγίου Γεωργίου, χρονολογούμενος στα τέλη του 17ου αιώνα.
Εκτίθενται επίσης ενεπίγραφες λίθινες πλάκες και περίτεχνα λίθινα τμήματα τοίχους της μονής ενώ αναδεικνύεται ο ρόλος της κατά την επανάσταση του 1866 και ειδικά στην αίθουσα 4 όπου φυλάσσονται το ιστορικό λάβαρο, πιστόλες, ξίφη και άλλα μαρτύρια της εθελοθυσίας και του ολοκαυτώματος.










