ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Γενεαλογικά δέντρα του Μιξορρούματος και άλλα τινά του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη

0

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΟΥΛΕΓΕΡΑΚΗΣ

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ ΤΟΥ ΜΙΞΟΡΡΟΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΙΝΑ

[Γραφικές Τέχνες Καραγιαννάκη, Ρέθυμνο 2013, σχ. 8ο (25Χ16,5), σσ. 225]

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

www.ret-anadromes.blogspot.com

Ο Μανόλης Δουλγεράκης υπηρέτησε ως δάσκαλος το χωριό του για περισσότερα από είκοσι πέντε συναπτά έτη και την τοπική αυτοδιοίκηση είτε ως Πρόεδρος τής Κοινότητας Μιξορρούματος, είτε ως Πρόεδρος τού Τοπικού Συμβουλίου, Δημοτικού Διαμερίσματος Μιξορρούματος και Δημοτικός Σύμβουλος τού τότε Δήμου Λάμπης για δώδεκα ολόκληρα έτη. Όμως, θεώρησε ότι το χρέος του προς το χωριό του και τους συγχωριανούς του δεν το «ξόφλησε» ακόμα και σήμερα- σε ηλικία πλήρους σοφίας και στοχαστικής ωριμότητας- προχώρησε ακόμα περισσότερο στην αγαπητική του αυτήν στροφή και πορεία με την παρούσα έκδοση για το χωριό του.

Το πρώτο που με εντυπωσίασε στο εν λόγω βιβλίο είναι το γεγονός ότι το περιεχόμενό του, απαρχής μέχρι τέλους, αποτελεί, βασικά, καρπό πρωτογενούς έρευνας, χωρίς ο συγγραφέας του να νιώσει την παραμικρή ανάγκη να καταφύγει σε βιβλιογραφική στήριξη ή αναδίφηση άλλων πηγών. Αυτό, ακριβώς, δείχνει πόσο κάτοχος είναι τού «συγκεκριμένου» θέματος, αλλά, περιπλέον, και την ευαισθησία του στο να διασώσει πράγματα που βρίσκονται «απλά» στη μνήμη των ανθρώπων και που αν δεν σωθούνε, όσο είναι καιρός, και δεν καταγραφούν και δημοσιευθούν εγκαίρως θα χαθούν και θα σβήσουν, αλίμονο, οριστικά και αμετάκλητα από τη θύμηση των ανθρώπων και την αναγκαία, περαιτέρω, γνώση των νεοτέρων.

Σύμφωνα και με το όνομά του, το Πρώτο Μέρος τού βιβλίου αναφέρεται στα «Γενεαλογικά Δέντρα» τού Μιξορρούματος, που αποτελούν και τον κύριο κορμό της όλης εργασίας. Στο μέρος αυτό παρελαύνουν όλες οι οικογένειες τού χωριού, τριάντα επτά (37) στον αριθμό, με τα παρακλάδια τους, ώστε να μπορούν οι νεότεροι να γνωρίσουν τις συγγενικές σχέσεις τους με άλλους συγχωριανούς τους ή, ακόμη, αν το επιθυμούν, να φτάσουν και να γνωρίσουν και αυτές τις βαθύτερες γενεαλογικές ρίζες τους.

Το Μέρος αυτό παρέχει πλούσιες πληροφορίες για όλες τις οικογένειες τού χωριού από το 1800, περίπου, και μετά. Κίνητρο, περαιτέρω, του συγγραφέα για τη σύνταξη τού κεφαλαίου αυτού- όπως και ο ίδιος προλογικά σημειώνει- ήταν να μη λησμονηθούν οι συγχωριανοί του που άφησαν την πρόσκαιρη αυτή ζωή και έφυγαν για πάντα στην αιωνιότητα. Πιστεύει, ασφαλώς, ο συγγραφέας με τα ευγενικά και λεπτά αισθήματα ότι «αναφέροντας» έναν νεκρό είναι σαν να τον «ανασταίνεις» μέσα σου. Έτσι, λοιπόν, γίνεται μια αποτελεσματική και ουσιαστική προσπάθεια ο συγγραφέας- και μέσω αυτού και οι λοιποί συγχωριανοί του- να αναστηθούν και να ξαναζήσουν ειρηνικά με τους νεκρούς τους, με τους δικούς τους ανθρώπους, τους συγχωριανούς τους, μέσω τού ονόματός τους, ισοδύναμου και φορέα τής προσωπικότητας τού ανθρώπου.

Στα «Γενεαλογικά Δέντρα» ενδιαφέρον περικλείνουν και κάποιες ειδικές «εμβόλιμες» αναφορές, με μορφή ανεκδότου, βγαλμένες από τη ζωή κάποιων Μιξορμιανών. Με τον τρόπο αυτόν ο συγγραφέας, κατά κάποιον τρόπο, «σπάζει» ευχάριστα, σκορπώντας, συχνά, όμορφες νότες γλυκιάς ευθυμίας, τη μονοτονία τής γενεαλογικής ονοματολογίας. Έτσι, είναι, θεωρώ, πολύ ωραία η αναφορά του, για παράδειγμα, στον Δουλγεράκη Στυλιανό (τον Δουλγεροστελιανό), που με το όνομά του (τού Δουλγέρη το Χάνι ή και απλά Χάνι) παραμένει γνωστό μέχρι και σήμερα το Πάνω Μιξόρρουμα, από το ντουκιάνι (καφενείο), με χάνι μαζί, που πρώτος αυτός οικοδόμησε στον τότε κεντρικό δρόμο για ζώα που οδηγούσε προς το Ρέθυμνο, στο μέρος όπου, αργότερα, αναπτύχθηκε ο σημερινός οικισμός τού Πάνω Μιξορρούματος. Στο ντουκιάνι, λοιπόν, τού Δουλγεροστυλιανού είχαν να λένε για τους «ομηρικούς» ανταγωνισμούς στη μαντινάδα, σε σημείο που και τον λογαριασμό, ακόμα, ο καφετζής μαντιναδολόγος να τον δίνει στον πελάτη του με… μαντινάδα! («Ρέγομαι την παρέα σας, θέλω τη συντροφιά σας, σαράντα δύο και μισό είναι τα έξοδά σας»!).

Πολύ πικάντικες και ωραίες είναι, επίσης, και άλλες ιστορίες τού μέρους αυτού, όπως το «Φάντασμα τού Σταμαθιού», «Ο Γιάννης και ο Κορώνης» και «Η “βιστιρέ” και τα φουρνόξυλα», στις οποίες βλέπουμε τα αστεία καμώματα που σκάρωναν, τότε, συναμεταξύ τους οι χωριανοί, για να γελάσουν και να σπάσουν τη μονοτονία τής ζωής τους στο χωριό.

Στο δεύτερο Μέρος τού βιβλίου, μετά τα «Γενεαλογικά Δέντρα», και με τον γενικό τίτλο: «Μιξορμιανά», ο συγγραφέας αναφέρεται αρχικά στις κύριες οικονομικές δραστηριότητες τού χωριού του, δηλαδή την Καλαθοπλεκτική (το γνωστό χρυσορυχείο, όπως το αποκαλεί, των Μιξορμιανών), τους Μύλους (αλευρόμυλους, λαδόμυλους, ρασοφάμπρικες), δεύτερη μεγάλη πηγή πλούτου για τους Μιξορμιανούς, αλλά  και το αλώνισμα, που γινόταν στα μέσα, περίπου, του Ιουνίου.

Πλέον αυτών των βασικών, από την οικονομική και καθημερινή αγροτική ζωή των Μιξορμιανών, πληροφοριών, στο 2ο αυτό Μέρος τού βιβλίου, ο συγγραφέας συνεχίζει να ομορφαίνει το πόνημά του με πλήθος από χαρούμενα, «πεταχτά» και εύθυμα ιστορικά «ανέκδοτα», τα «Μιξορμιανά, αφενός- όπως τα ονομάζει- στιγμιότυπα», αλλά και τα «Μιξορμιανά, αφετέρου, ηθογραφήματα», με Μιξορμιανούς όλα ήρωες, ως πρωταγωνιστές, που δημιουργήθηκαν όλα σε μιαν εποχή όμορφη, λεβέντικη, θα την έλεγα «επική», και που με την ευαισθησία, τη χάρη και την ομορφιά τους έρχονται όλα να ζωογονήσουν τη σημερινή μας γκρίζα πραγματικότητα.

 Μέσα από τις διηγήσεις αυτές, που ο συγγραφέας τις έγραψε κατά διαστήματα και σε μεγάλο μήκος χρόνου, αποτυπώνεται εναργώς και με κάθε λεπτομέρεια η κάθε πτυχή τής ζωής τού χωριού. τα επαγγέλματα και οι ασχολίες των κατοίκων (έστωσαν για παράδειγμα οι διηγήσεις: «Η ειδικότητα τού Γιωργιού», «Το ασβεστοκάμινο», «Το φαινόμενο Ρουστικιανός»), τα ήθη και οι παραδόσεις στις διάφορες γιορτές τού ενιαυτού (π.χ. «Τα “Κεφάλια” και η Καθαρή Δευτέρα», «H νηστεία τού Λευτεράκη»), οι αγαθοσύνες (π.χ. «Ο Καλοπερασάκιας») και οι (κουτο)πονηριές ορισμένων ανθρώπων (π.χ. «Το Κατόρθωμα τού Κοκόλη», «Το «λάθος, λάθος» για τον Σομαρά», «Τα Χριστούγεννα τού Σειραγομιχάλη»), οι πικάντικες και ιδιόμορφες ιστορίες που σκαρφίζονταν («Η φασολάδα τής Αρτεμισίας»), τα όμορφα αστεία τους («Ο Πέτρος και το μαντολίνο του», «Η παρεξήγηση τού Πετράκη») και, τέλος, τα ασυναγώνιστα «καμώματά» τους («Ο Αποστόλης και ο εγκάτω μύλος», «Ο Μαρτής τής Στελιανής», «Η ρακή τού Σταμαθιού» και «Το Ασβεστοκάμινο») σε μιαν εποχή μίζερη και στερημένη από πολλά, προκειμένου, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, οι άνθρωποι τού χωριού να σπάσουν την πλήξη και τη θλιβερή μονοτονία τής ζωής τους. Μιλάμε για ένα κοινό που είχε να γευτεί λιγοστές και μετρημένες χαρές στη ζωή του. ένας γάμος, μια βάφτιση, ένα πανηγύρι στο χωριό ή η ξεφάντωση τις Απόκριες . αυτές ήταν όλες κι όλες οι ευκαιρίες που είχαν οι άνθρωποι, τότε, στη διάθεσή τους να χαρούν λιγάκι και να γλεντοκοπήσουν. Οπότε, τα αστεία αυτά καμώματά τους ήταν για τη μικρή κοινότητα τού χωριού το «αντίδοτο», θα λέγαμε, το καθημερινό «αλατάκι» μιας μίζερης και άθλιας ζωής, μιας ζωής πολυειδώς στερημένης, που, για τον λόγο αυτόν, το είχε τόσο πολύ ανάγκη ο άνθρωπος τού χωριού τής εποχής εκείνης.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που πραγματικά τιμά το Μιξόρρουμα. Είναι από τα λίγα βιβλία που έχω δει να απευθύνονται τόσο δυνατά και από την ψυχή τού συγγραφέα προς την ψυχή, άμεσα, όλων των συγχωριανών του, τιμώντας τους απεριόριστα. Το ό,τι το εν λόγω βιβλίο απευθύνεται, κατεξοχήν, σε Μιξορμιανούς το καταλαβαίνεις και από τον εντυπωσιακό γλωσσικό του πλούτο, τόσο από το ίδιο το όνομα τού χωριού, που έμαθα κι εγώ να το αποκαλώ σαν ντόπιος Μιξορμιανός- «Μιξόρμα», με την ανομοιωτική, δηλαδή, σίγηση τού δίψηφου [ου], όσο και από την αδρομερή παράθεση ενός συχνά σπάνιου και εξαιρετικά ενδιαφέροντος τοπικού λεξιλογίου [ξεχωρίζω, για παράδειγμα, μερικές από τις ξεχασμένες αυτές κρητικές λέξεις και φράσεις που συνάντησα στο όμορφο αυτό βιβλίο: ραντσάκωσε= πιάστηκε, βιστιρέ (ρ. βιστιρίζω)= επίθεση κακού πνεύματος, να παρεΐσουν ή να ορτακέψουν (=να συντροφέψουν), να σκερώσουν (= να προφυλαχτούν) και, ακόμα, τα προσηγορικά όπως ρεμπεσκιές (= ο αχαΐρευτος), μαστραπάς, χαχαλόβεργα, γραφάνα (= χοιροκεφαλή), νομπέτι, κραουνέ (= μεγάλο ψέμα) κ.λπ., καθώς και τις φράσεις: δεν αποφάνηκε= δεν το έδειξε, να το κόψουμε δίπλα= να πέσουμε να κοιμηθούμε και, βέβαια, την καθαρά Μιξορμιανή φράση «ε, όι δα κραουνέ είναι τούτο δα»= απύθμενο ψέμα, υπερβολή].

Το ό,τι το εν λόγω βιβλίο απευθύνεται σε Μιξορμιανούς το καταλαβαίνεις ακόμα και από τα συγκεκομμένα ονόματα των χωριανών που έτσι, βέβαια, ήταν γνωστά μόνο στους ντόπιους (όπως στου «Σέρδε το μύλο»), ή τα αντρωνυμικά, πατρωνυμικά και μητρωνυμικά τού χωριού (όπως η Κρουσταλιά τού Κοχράνη, η Κόρη τού Αγαδογιάννη, η Χρυσούλα τού Δημάρχου, η Νταλούκαινα, το Μανολιό τση Μπαζάκαινας) και τα χαρακτηρίζοντα τους χωριανούς παρατσούκλια, όταν, αυτά τα τελευταία, ο συγγραφέας το κρίνει σωστό να αναφερθούν, γιατί γινόντουσαν, λέγει, ευχάριστα  αποδεκτά από τους ίδιους τους κατόχους τους [όπως: Τσουκνιά, Κορώνης, Τρεμουλοηλίας, Κοκόλης, Αθηνιά, Φέσσος, Ανεζίνα, Τζαμπαζογιάννης, Χιόστακας, Γκεγκέτσα, Μπουμπουρογιάννης, Τσιγαράς] ή, τέλος. και εκείνες τις όμορφες συνεκφορές ονόματος και επωνύμου (Λιονταρομανόλης, Κουντουρογιάννης, Δουλγεροστελιανός, Δουλγερογιώργης, Κατογιάννης, Κατόμαρκος, Κραουνοκωστής) κ.λπ, κ.λπ.

Αν η πραγματική πατρίδα τού κάθε ανθρώπου είναι τα παιδικά του χρόνια, τότε, με το βιβλίο αυτό του Μανόλη Δουλγεράκη, όλοι οι Μιξορμιανοί σήμερα επιστρέφουν ξανά στις ρίζες τους, επιστρέφουν ξανά στη μικρή τους πατρίδα, στο πολυαγαπημένο τους χωριό, στο Μιξόρμα τού Αγίου Βασιλείου.

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Γενεαλογικά δέντρα του Μιξορρούματος και άλλα τινά του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ