Εκάτεχε τη σοφία της τέχνης και την τέχνη της ζωής
Στα εβδομήντα του άρχισε να μιλά η ψυχή του
Ο Αλκιβιάδης Σκουλάς ή Γρυλιός, ο Ανωγειανός λαϊκός ζωγράφος και γλύπτης, ξαναγεννήθηκε στα εβδομήντα του χρόνια.
Εκεί, γύρω στα εβδομήντα του άρχισε να μιλά η ψυχή του ασυγκράτητη, βιαστική, ανυπόμονη. Ήθελε να προλάβει να εκφράσει και να αποτυπώσει όλους τους ασπαλάθους και τα μανουσάκια, τους ανθισμένους σπάρτους και το αρισμαρί, τις αστιβίδες και το δυόσμο. Ότι αγκύλωσε και πλήγωσε τη ζήση του και ότι της στάλαξε βάλσαμο και μύρο.
Ήθελε να δώσει μορφή σε μνήμες, συναισθήματα, ιστορίες, μορφές.
Ξεχύθηκε η ψυχή του στα χρώματα και στις φιγούρες, στη ζωγραφική.
Μα το πάθος, η ανάγκη του δε μέρευε και τότε αγκάλιασε το ξύλο και την πέτρα.
Χρώμα, ξύλο, πέτρα.
Χρωματισμένες μορφές σκυθρωπές, μελαγχολικές, κουρασμένες.
Ξύλο από τα δέντρα του τόπου που τον γέννησε.
Πέτρα λευκή, άγρια, σκληρή, Ψηλορείτικη.
Ένας απλός άνθρωπος ήταν ο Γρυλιός.
Απλός, καθημερινός, αλλά σοφός. Είχε κατακτήσει τη σοφία της ζωής.
Μια απλή μορφή των Ανωγείων ήταν ο Γρυλιός.
Χωρατατζής, ετοιμόλογος, τετραπέρατος, τελειομανής, παρατηρητικός, εφευρετικός, φιλόξενος, κοινωνικός.
Μα πάνω από όλα, μέσα από τις εμπειρίες της ζωής του και την τέχνη, προσέγγισε την ολοκλήρωσή του. Τα παιδιά του μιλούν με αγάπη, θαυμασμό και σεβασμό γι’ αυτόν και εύχονται να του μοιάσουν. Θεωρούν βαριά παρακαταθήκη την άριστη γνώμη του κόσμου γι’ αυτόν.
Ευλογημένα παιδιά που έχουν τέτοιους γονείς και ευλογημένοι γονείς που έχουν τέτοια παιδιά
Επιμέλεια: ΑΝΝΙΤΑ ΠΙΤΣΙΔΙΑΝΑΚΗ
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ…
Αυτός ο τόπος που ζούμε είναι γεμάτος μύθους και θρύλους. Τους γεννά από τότε που αντήχησε μέσα στο Ιδαίον Άντρο το βρεφικό κλάμα του Δία. Ιστορίες -μύθους και ανθρώπους -θρύλους.
Μια ιστορία λοιπόν θα σας διηγηθώ, που όμως είναι πέρα για πέρα αληθινή, για έναν άνθρωπο θρύλο. Έγινε θρύλος γιατί στα εβδομήντα του χρόνια του συνέβη κάτι σπάνιο. Ξαναγεννήθηκε. Ξαναγεννήθηκε με μια άλλη προσωπικότητα και μάλιστα διττή. Αυτή του καλλιτέχνη. Ζωγράφος και γλύπτης.
Μια φορά λοιπόν και ένα καιρό στο ξακουστό χωριό των Ανωγείων, ζούσε μια οικογένεια αγροτών με το επώνυμο Σκουλά. Εκεί, γύρω στα 1902 απέκτησε ένα αγοράκι. Και όπως έκαναν όλες οι οικογένειες τότε που είχαν βρέφη, οι γονείς τους τα έπαιρναν μαζί τους στα χωράφια, στις αγροτικές δουλειές. Είχαν δε εφεύρει μια δεύτερη χρηστικότητα του σαμαριού που φορούσαν στα συμπαθή τετράποδα, τα γαϊδουράκια. Γύριζαν ανάποδα το σαμάρι και έβαζαν μέσα το μωρό, χρησιμοποιώντας το ως βρεφική κούνια. Έτσι λοιπόν συνέβαινε και με τον μικρό Σκουλά. Οι γονείς του τον ξάπλωναν στην «κούνια» του και ήρεμοι έκαναν τις δουλειές τους. Ο μικρός όμως ήταν τετραπέρατος και πολύ παρατηρητικός. Παρακολουθούσε με ιδιαίτερη προσοχή και ενδιαφέρον τα πάντα, ανοίγοντας ακόμη πιο πολύ τα μεγάλα ματάκια του, για να μην του ξεφύγει τίποτα. Όταν λοιπόν τον κανάκευαν, του έλεγαν χαϊδευτικά « χαρώ το πώς γρυλώνει τα ματάκια του!»
Μια, δυο, τρεις, και του έδωσαν το παρατσούκλι «Γρυλιός». Αργότερα βέβαια το βάφτισαν το παιδί και το ονόμασαν Αλκιβιάδη. Αλκιβιάδης Σκουλάς.
Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτό το μωρό άνοιγε τόσο τα ματάκια του για να δει καλά, να καταγράψει και να αποθηκεύσει χρώματα, εικόνες, συναισθήματα και γεγονότα που αργότερα θα αποτύπωνε στα έργα του…
ΑΓΡΟΤΗΣ, ΚΑΦΕΤΖΗΣ ΚΑΙ ΚΑΛΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ
Ο Αλκιβιάδης Σκουλάς ήταν αγρότης, καφετζής και πολύ καλός μάστορας. Ότι έπιανε στα χέρια του το κατάφερνε. Ήταν εφευρετικός, παρατηρητικός και άνθρωπος με αστείρευτο χιούμορ. Με την σύζυγό του Ελένη Ξυλούρη απέκτησαν εννέα παιδιά, μεταξύ των οποίων και το μεγάλο μας μουσικό καλλιτέχνη Βασίλη Σκουλά.
«Για να αναθρέψει τόσα κοπέλια έκανε ότι δουλειά και αν του τύχαινε. Πολυτεχνίτης και καλός μάστορας, που πρόσεχε τη λεπτομέρεια και με ότι καταπιανόταν το έκανε τέλειο. Έκανε βέβαια και αγροτικές δουλειές, και έκανε και καφενείο. Πέρασε όμως πολλή φτώχεια και δυστυχία. Πολέμους, κατοχές… » Μας λέει ο άλλος του γιός Γιώργης Σκουλάς ή Σακούλας , που μας ξενάγησε, ως υπεύθυνος, στο «Λαϊκό Μουσείο Αλκιβιάδης Σκουλάς-Γρυλιός» του Δήμου Ανωγείων.
ΦΙΛΟΞΕΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ
Ο Ακιβιάδης Σκουλάς ήξερε να υπομένει τα βάσανα και τις πίκρες και να τα μεταλλάσει σε χαμόγελο, χιούμορ, καλή κουβέντα, καλή διάθεση. Είχε το κλειδί σε κάθε σφραγισμένη πόρτα της ζωής.
« Ήτονε ήρεμος και ήσυχος» μας λέει ο Γιώργης Σκουλάς, « φιλότιμος, κοινωνικός και φιλόξενος. Ήθελε πάντα μουσαφίρηδες στο σπίτι. Κάτεχε την τέχνη της ζωής. Κατάφερνε με τον τρόπο του και την κουβέντα του όλοι να είναι μονοιασμένοι. Σκόρπαγε τη χαρά και ας ήτονε στενοχωρημένος. Αν ήτονε με παρέα δεν εκάτεχες αν είχε πόνο ή χαρά. Ψυχομαχούσε και έκανε καλαμπούρια.»
Και συνεχίζει:
« Ήταν επίσης φιλελεύθερο άτομο και πατριώτης. Στην κατοχή υπέθαλπε αντάρτες και τους πρόσφερε ότι βοήθεια μπορούσε, όπως τον καπετάν Μιχάλη Σκουλά.
Δεν του φτάνουμε. Μακάρι να του μοιάσουμε στο ένα δάχτυλο.»
Η ΣΗΜΑΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΥΛΑ
Ο Γιώργης Σκουλάς συνέχισε να μας μιλάει πολύ ώρα για τον πατέρα του. Είναι φανερό πως τον θαύμαζε. Μεταξύ αυτών που μας είπε μας αφηγήθηκε και ένα περιστατικό που φανερώνει το χιούμορ, την εξυπνάδα αλλά και την ευρηματικότητα του πατέρα του.
Επί δικτατορίας Μεταξά, παραμονές της εθνικής γιορτής 25η Μαρτίου 1821, περιδιάβαινε ένας χωροφύλακας όλο το χωριό, στα δημόσια κτίρια και σε μέρη όπου μαζευόταν κόσμος και έδινε εντολή να υψώσουν την ελληνική σημαία για τον εορτασμό.
Και μας αφηγείται ο Γιώργης Σκουλάς «έρχεται λοιπόν και στον πατέρα μου και του λέει: Σκουλά αύριο να κρεμάσεις τη σημαία. Δεν έχω εγώ σημαία, του λέει ο πατέρας μου, όξω να κρεμάσω τη βράκα μου. Δεν ξέρω τι θα κάνεις του απαντά ο χωροφύλακας, αν αύριο δεν έχεις κρεμάσει σημαία θα σε κλείσω μέσα. Μα δεν έχω σου λέω σημαία, του ξαναλέει ο πατέρας μου. Ανένδοτος ο χωροφύλακας σηκώνεται και φεύγει. Πάει λοιπόν και ο πατέρας μου και λέει τση μάνας μου. Έχεις κανένα άσπρο πανί; Έχω, του απαντά η μάνα μου. Δώσε μου το. Το παίρνει λοιπόν ο πατέρας μου, ζωγραφίζει επάνω ένα μεγάλο σταυρό και το κρεμάει για σημαία.»
ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΕΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗ ΛΥΡΑ
Το «Λαϊκό Μουσείο Αλκιβιάδης Σκουλάς» των Ανωγείων, ήταν το μεγάλο όνειρο του λαϊκού ζωγράφου και γλύπτη. Αγόρασε ο ίδιος το οικόπεδο και το έχτισε με δικά του έξοδα. Στη συνέχεια το δώρισε στον Δήμο Ανωγείων. Τη λειτουργία του μουσείου έχει αναλάβει, όπως προαναφέραμε, ο γιός του Γιώργης Σκουλάς. Εδώ θα κάνουμε μια μικρή παρένθεση για να αναφέρουμε ότι σαν γιός του λαϊκού καλλιτέχνη, δεν θα μπορούσε να μην έχει μπολιαστεί από το γονίδιο της τέχνης. Στο λιτό του γραφείο, στο μουσείο, είναι αραδιασμένα τα δεκάδες λογοτεχνικά βιβλία και ποίησης που έχει διαβάσει. Ενώ πίσω από το γραφείο του, για να την προστατεύει, βρίσκεται ξαπλωμένη η αγαπημένη του λύρα. Είναι και αυτός ένας αυτοδίδακτος λυράρης. Δεν επεδίωξε να κάνει καριέρα. Παίζει λύρα για τον εαυτό του, όταν νιώθει την ανάγκη και για τους φίλους. Συχνά, όταν βρίσκεται μόνος στο μουσείο, κοιτώντας τα έργα και αναπολώντας στιγμές και μνήμες από την ιστορία που κρύβει το καθένα, όταν γεμίζει ο νους του, πιάνει τη λύρα και ξεσπά. Και τότε πιάνουν το χορό τα αγάλματα και χαμογελούν τα συνοφρυωμένα πρόσωπα στους πίνακες και οι επισκέπτες τηρούν θρησκευτική σιωπή και ευλάβεια. Κουβεντιάζει η ψυχή του με τη λύρα και η λύρα με την ψυχή του.
Κάποτε είχε γράψει για τον πατέρα του:
« Ο Γρυλιός θαρρώ γεννήθηκε δυό φορές. Σαν βρέφος και όταν πήγε στα εβδομήντα του, ξαναγεννήθηκε και άρχισε από τον πάτο να σκαλίζει, να ζωγραφίζει σαν κοπέλι. Είχε την υπομονή και επιμονή του τζίτζικα και τρυπούσε το βράχο. Χαρά στον τόπο που γεννά, στο χωριό, στο βουνό, τέτοιους ανθρώπους.»
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΚΕΤΟ ΑΠΟ ΤΣΙΓΑΡΑ
Ο Αλκιβιάδης Σκουλάς άρχισε να ζωγραφίζει στα 67-68 χρόνια του. Στα 70 του αρχίζει να χαράζει και να δίνει μορφή στο ξύλο και λίγο αργότερα να λαξεύει την πέτρα. Αυτοδίδακτος και στην ζωγραφική και στην γλυπτική. Το πώς ξεκίνησε μας το διηγείται ο Γιώργης ο γιός του.
« Η μάνα μας είχε ένα πρόβλημα υγείας, άσθμα. Κάθε χρόνο για 2-3 μήνες νοσηλευόταν στο Ηράκλειο, στο νοσοκομείο. Μαζί της πήγαινε και ο πατέρας μου. Κάπου – κάπου λοιπόν για να περνάει την ώρα του πήγαινε σε ένα ράφτη φίλο του και καθότανε. Αυτός ο ράφτης ζωγράφιζε. Ο πατέρας μου τον παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή. Μια μέρα ζωγράφισε σε ένα πακέτο από τσιγάρα τον αδελφό μας τον Αλκιβιάδη. Έδειξε το πακέτο στη μάνα μας και την ρώτησε ποιος ήταν αυτός. Η μάνα μας τον γνώρισε και του είπε: Ο Αλκιβιάδης. Από κει κατάλαβε ο πατέρας μου ότι τα κατάφερνε καλά και έτσι ξεκίνησε να ζωγραφίζει. Στην αρχή ζωγράφιζε όπου έβρισκε. Σε τσίγκους, νοβοπάν, πορτάκια από ντουλάπια, καδρόνια, χαρτόνια. Και ζωγράφιζε με λαδομπογιές, αυτές που βάφουνε τα σπίτια.»
Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
Όταν το άδικο των ανθρώπων σπίλωνε την καθαρή ψυχή του Γρυλιού. Όταν η στενοχώρια πλάνταζε το στήθος του, έπιανε το πινέλο και τα έκανε χρώμα, μορφές,
φύση, ήρωες, Βενιζέλους. Ζωγράφιζε καθημερινά. Μέρα- νύχτα. Πολλές φορές σηκωνόταν στις μία ή δύο η ώρα τη νύχτα και ξημερωνόταν ζωγραφίζοντας.
Τα έργα του είναι έργα ενός γνήσιου λαϊκού ζωγράφου. Έργα ενός άλλου Θεόφιλου, του Θεόφιλου των Ανωγείων. Τα θέματά του είναι παρμένα από την καθημερινότητα, την παράδοση, την ιστορία, την ύπαιθρο. Διακρίνει κανείς στα έργα του, την ανεπιτήδευτη γνησιότητα και τον αυθορμητισμό της έκφρασης, ενώ καταγράφεται έντονο το συναισθηματικό στοιχείο. Διατηρεί ακέραια τη δύναμη της αθωότητας και της απλής έκφρασης.
Ο Γρυλιός έκανε πάρα πολλά έργα. Πολλά από αυτά τα χάριζε, άλλα τα πουλούσε σε τουρίστες και όχι μόνον. Πούλησε πολλά σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Γερμανία για βιοποριστικούς λόγους. Πραγματοποίησε εκθέσεις στην Αθήνα και στο Ρέθυμνο με το Λύκειο Ελληνίδων.
ΣΤΟΛΙΖΕ ΜΕ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΤΟ ΞΥΛΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ
Λίγο αργότερα το ενδιαφέρον του Αλκιβιάδη Σκουλά εξήψε η γλυπτική. Ξεκίνησε με το ξύλο και στη συνέχεια με την πέτρα. Τα έργα του είναι σκαλισμένα σε διάφορα είδη ξύλου όπως ασφένταμο, καρυδιά, μουσμουλιά, μουριά, πλάτανο κ.α. Ενώ μαρμάρινα και λίθινα γλυπτά του είναι σμιλεμένα σε ασπρόπετρα, αυτή την σκληρή, δυσκολοδούλευτη πέτρα που υπάρχει άφθονη στην περιοχή και που οι μυθικοί θεοί και λιθοξόοι λάξεψαν τον Ψηλορείτη.
Η θεματολογία του εμπνευσμένη από τη φύση και τον άνθρωπο. Τα έργα του αδρά λαξεμένα, είναι απλά, λιτά, δωρικά, χωρίς χρωματισμούς, αλλά με πολύ συναίσθημα. Και εδώ διακρίνεται η αθωότητα και το ανεπιτήδευτο. Οι μορφές των ανθρώπων είναι κατηφείς, δραματικές, μελαγχολικές. Αποτυπώνουν τις βασανισμένες, κουρασμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές αυτού του ιδιαίτερου τόπου, με όλα τα δεινά της ζωής που πέρασαν. Τα θέματά του είναι ανθρώπινες φιγούρες, ζώα, πουλιά, δέντρα.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΚΟΥΛΑΣ: «ΕΙΧΕ ΚΑΛΙΚΩΜΕΝΗ ΨΥΧΗ»
Ο Αλκιβιάδης Σκουλάς ή Γρυλιός, ταξίδεψε στους ουρανούς το 1996 σε ηλικία 94 ετών. Εκεί τον καλοδέχτηκαν ο λαϊκοί ζωγράφοι Τεργιακής ή «Μούρμουρας» που έζησε στο Ρέθυμνο και ο Μυτιληνιός Θεόφιλος. Εκεί ψηλά αυτός και η παρέα του αποτυπώνουν με χρώματα και φιγούρες τα πάθη και τα δεινά αυτού του λαού, που από ότι φαίνεται δεν έχουν τελειωμό.
Δύο χρόνια πριν να φύγει είχε ταλαιπωρηθεί με τα μάτια του, γιατί προφανώς είχαν κουραστεί πολύ και με κάποιο πρόβλημα στους πνεύμονες.
Θα κλείσουμε αυτό το αφιέρωμα με μια, επιτρέψτε μου να θεωρώ, κορυφαία έκφραση του γιού του Βασίλη Σκουλά. Όταν του ζητήσαμε να μας πει δυό λόγια για τον πατέρα του, μεταξύ των πολλών που μας είπε, είπε και αυτά: «Πέρασε πολλά βάσανα, πολέμους ,στενοχώριες. Η μητέρα μου νοσηλευόταν άρρωστη στο Ηράκλειο για αρκετά χρόνια, κάθε χρόνο, για 2-3 μήνες. Δεν τον άκουσα ποτέ να βαρυγκωμήσει ή να πει ένα Αχ!.» «Και πως το κατάφερνε αυτό;» τον ρωτήσαμε.
«Γιατί με τόσα που είχε περάσει είχε πλέον καλικωμένη ψυχή»!!!







