Το έτος -1962- για πρώτη φορά ως μαθητής Γυμνασίου επισκεφθείς το Μοναστήρι της Γωνιάς τον άκουσα να μας μιλεί στην αυλή, με τρόπο απλό και μας εντυπωσίασε. Δεν φανταζόμουν ότι θα τον συναντούσα στο Schwenningen της Γερμανίας το 1978 μέχρι το 1983 να μιλά στους Έλληνες εργάτες όχι σαν δεσπότης, αλλά σαν ιερέας με την ίδια απλότητα, με αγάπη και ζέση. Να συμβουλεύει τους μεροκαματιάρηδες να μην ξεχάσουν τον τόπο τους και την οικογένειά τους. Να τους προστατεύει από κάθε λογής κινδύνους και πειρασμούς της ξενιτιάς. Οδοιπόρος και ιεραπόστολος του Ελληνισμού της βιομηχανικής χώρας. «Να μην ξεχνάτε την παρασιά σας και τη μάννα μας την Ελλάδα».
Τον πήγαινα στον τρένο για να ταξιδέψει για τη Βόνη, κρατούσε ένα μπαστουνάκι, μια μικρή τσάντα με το πετραχείλι του, ένα σκουφάκι κι ένα πανωφόρι για το κρύο. Απλός και μεγαλειώδης, λειτουργούσε με τα άμφια του παπά και μιλούσε στις καρδιές. Κι οι καρδιές αγρυπνούσαν στη δύσκολη χώρα, στις δύσκολες ώρες και τις περιστάσεις της ανάγκης του εργάτη μετανάστη. Σήμερα, ζει το μεγάλο έργο. Και αναζητείται ο μιμητής του ανάμεσα στους ουρανολόγους, αερολόγους και παραδοξολόγους.
Μικρό αφιέρωμα στο Μεγάλο οδοιπόρο
Ο φανατισμός αναιρεί και αναστέλλει όλους τους ψυχικάς λειτουργίας και θανατώνει τους εμφύτους αρετάς που φέρει ο άνθρωπος εκ της γεννήσεώς του.
Εξαφανίζει πάσαν ευγενή συμπεριφορά προς τον συνάνθρωπό του και τον καθιστά ένα κτήνος χωρίς ιημάδα ελόγου όντος. Πλανάται εις αχανείς ερήμους χωρίς ποτέ να ανευρίσκει ίχνος οάσεως.
Η φονταμενταλιστική τύφλωσις τον κρατεί στο σκότος της αμαθείας και έχει ως ικανοποίησή του την ιδιοτέλειαν και το προσωπικόν όφελος που συνοδεύεται από ματαιοδοξίας εφημέριους και φευγαλέους.
Το τυφλό θρησκευτικό μίσος, η εμμονή του σε αποστεωμένας θεωρίας και αντιλήψεις είναι δείγματα βαρέων ψυχικών ανίατων νοσημάτων.
Ασθενή άτομα τα ποία αναρριχήθησαν εις θρόνους δόξης και εξουσίας έφεραν συμφοράς εις την ανθρωπότητα και τους λαούς. Βύθισαν τας κοινωνίας εις τον βούρκον της αμαθείας, μετέδωσαν το μίσος και το σκότος τους στα άτομα για να τα υποβαθμίσουν και να τα ευτελίσουν ηθικά και νοητικά, άβουλα, δύστυχα απαίδευτα, αγράμματα όντα, πιστά και πειθήνια όργανα στα ορέξεις των. Από αυτά τα βαρέως ασθενούντα άτομα η ανθρωπότητα οδηγήθηκε εις μακροχρόνιους μάχας και διαμάχας, θρησκευτικάς και δογματικάς έριδας. Για το τίποτα και το πουθενά. Μίση, πάθη, καταστροφές, συμφορές, πυρές, βασανιστήρια φρίκης και οδύνης.
Ο Μεσαίωνας ποτέ δεν περνά. Αναβιώνει κατά καιρούς όταν στην εξουσία ανεβαίνουν εψηφισμένα από το λαό αυτοί οι περίεργοι Μεσίες ελέω και Θεού, μάλιστα. Οι οποίοι επαγγέλονται ιδέας μεγάλας και φούμαρα και παραδείσους και γαίες της επαγγελίας όπου οι άνθρωποι θα είναι πανόλβιοι και μακάριοι εις τους αιώνας των αιώνων. Οι άνθρωποι ούτε θα πονούν ούτε θα πεινούν.
Διάλογος δεν μπορεί να υπάρξει με φανατισμένους αυθάδεις και αναιδείς που έδιωξαν τη βασική συμπαντική θεμελιώδη αρετή, καταγεγραμμένη και καταξιωμένη από τον ιερό Λόγο του Θαλή που λέγεται πανανθρώπινη Αγάπη. Εστίες Μεσαιωνικές και αντιλήψεις δογμάτων μίσους κρατούν τους αμαθείς και αγράμματους δέσμιους Τσαρλατάνων και παμπόνηρων τυχοδιωκτών. Οι οποίοι αποκοιμίζουν τους ανόητους οπαδούς και πιστούς ευσεβείς, ιδιοτελείς, πονηρούς, παρατρεχάμενους, καλοπληρωμένους και βολεμένους – με το αζημίωτον – ή και άλλα μίσθαρνα ανόητα «φυτά» φανατισμένα. Σερβίροντας, αοριστίες, στρεψοδικίες, δαιμονοποιήσεις, κινδυνολογίες, μυθοπλασίες, μυθολογίες, θολούρες, ομίχλες, ασάφειες, παραδοξολογίες, θαυματολογίες αοράτων πνευμάτων, φαντασιώσεις δογμάτων, δημιουργίες εχθρών και πολεμίων, δυνάμεων του σκότους που μάχονται αλλήλους και επεμβαίνουν σατανικώς και υπούλως, παντοιοτρόπως και παντού εις τους ανθρωπίνας ενεργείας.
Ενώ ο εχθρός είναι ένας και μοναδικός. Το αρρωστημένο ανθρώπινο μυαλό. Το οποίο κάνει σουχλικά στον άνθρωπο και του εξάπτει τη φαντασία δημιουργώντας τέρατα, όρνεα και σημάδια. Και δεν δύναται να προσγειωθεί στην πραγματικότητα της ανθρώπινης οδύνης και ανάγκης, του ευτελισμού, της ανέχειας, της πείνας, της αρρώστιας.
Και ενώ βλέπει μπροστά του την οδύνη, πράττει ανόητα και περίεργα και αποστρέφεται την ανάγκη και τυρβάζει για άλλα αντί άλλων – πάντα εκ του πονηρού. «Τον όφι θωρείς, τη βολοσερματέ του γυρεύεις;».
Η πνευματική τύφλωση δεν τον αφήνει να δει την αλήθεια που κατοικοεδρεύει στο μυαλό του και έχει στέρηση της ικανότητας να την αναζητήσει. Τα μάτια του έχουν χάσει το φως της γνώσης που ανευρίσκεται με τον ορθό Λόγο, με αγώνες, αμφισβητήσεις, έρευνες, οδύνες, αποτυχίες, απογοητεύσεις, πειράματα. Και όχι με την εύκολη αποκάλυψη της πίστης και της τεμπελιάς – για να ξεμπλέκουμε – και να αράξουμε στο βόλεμα της απραξίας της ομφαλοσκόπησης και της παραδείσιας μακαριότητας.
Αυτές τις σκέψεις τις αφιερώνω στον απόστολο της πράξης και της Αγάπης χωρίς κανένα σύνορο, χωρίς κανένα όριο, χωρίς κανένα όρο. Το μεγάλο φίλο, ταπεινό ΕΙΡΗΝΑΙΟ.
