ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ρέθυμνο Καρναβάλι 2013: Δρώμενο υποδοχής του βασιλιά Καρνάβαλου – Διόνυσου

0

Δρώμενο υποδοχής του βασιλιά Καρνάβαλου – Διόνυσου

( ποιητική σύνθεση του Γιώργη Καλογεράκη,

βασισμένη σε δίστιχα Νίκου Γαβαλά, Κωστή Καλλέργη (Κ.Ι.Γ.Κ.),

Γιώργη Καλογεράκη και Γιώργη Σηφάκη (Σιμισακογιώργη) )

( εις τούτο σιμώνει η άμαξα του θεού Διονύσου (βασιλιά Καρνάβαλου) στο Δημαρχείο και οι ακόλουθοί του φωνιάζουνε του Δημάρχου να προβάλει )

Χορός Ακολούθων

Της Ρίθυ άνακτες και του Δήμου επόπται,

άρατε πύλας και εξέλθετε εις αγοράν,

ίνα εισέλθη ο παις του παντάνακτος και παντεπόπτου Διός!

Ο φορών κροκωτόν τον χιτώνα.

Ο έχων στέφανον τους βότρυς και το φύλλωμα της αμπέλου.

Ο φέρων θύρσον ιλαρότητος και αγγείον οίνου ερυθρού πεπληρωμένον.

Ο και Διόνυσος αποκαλούμενος.

Ο τεχθείς υπό της θυγατρός Κάδμου τε και Αρμονίας, Σεμέλης.

Ο έχων υιούς τον Στάφυλον και τον Οινοπίονα.

Ο βίος τούτου μεστός αγαλλιάσεως και ευφροσύνης

αλλά και πλήρης παθημάτων και περιπετειών ευτραπέλων.

 ( εις τούτο πορίζει ο Δήμαρχος στο μπαλκόνι να υποδεχτεί την αφεδιά του )

Δήμαρχος

Εσίμωσεν η Αποκρέ, μέρα χαράς μεγάλης,

μικιοί-μεγάλοι, βασιλιά, ζητούνε να προβάλλεις.

Θα σου ’χουμε το θρόνο σου να κάθεσαι στη μέση

κι ένα βαρέλι με κρασί φλογάτο που σ’ αρέσει.

Μαζί σου θα μεθύσουμε, Διόνυσε, να ’σαι νέτος,                       5

θα πιούμε να ξεχάσομε τα βάσανα κι οφέτος.

Χαμένοι, αιωρούμενοι στο χώμα δεν πατούμε,

διχώς ολπίδα στα φτερά, στο άγνωστο πετούμε.

Πολλά σε ανιμέναμε κι ορθάνοιχτη αγκάλη

ανοίξαμέ σου για να μπεις, σ’ αποζητούμε πάλι!                     10

Διόνυσος (Καρνάβαλος)

Χίλια καλώς σας ηύρηκα, χίλια και δυο χιλιάδες,

πολίτες αδιμούρευτοι αλλά και μασκαράδες.

Ήρθα και πάλι να σας δω, αδέρφια Ρεθεμνιώτες,

είκοσι χρόνοι πορπατούν που σμίγουμε, από τότες

που εξεκίνησεν επά λαμπρή γιορτή, μεγάλη                             15

και κάθε γεις αποζητά μασκάρα για να βάλει!

Καλώς σε ηύρα, Δήμαρχε, στην ξακουσμένη πόλη,

σ’ ούλη την Κρήτη ρέμπεται την εδική μου σκόλη.

Ήρθε μου σαν ξεπρόβαλες «ηγέρθητι» να κράξω,

να σηκωθούνε όρθιοι ούλοι τως να φωνιάξω!                            20

Μα πάλι καλολόγιασα στραβά πως θα το πάρεις,

ν’ αποζυγώνεις όποιο βρεις φοβούμαι μη ντακάρεις.

Δήμαρχος

Τα σύνορα λευκό πανί, εισβάλανε χιλιάδες

και μας περάσαν σίγουρα για ευρωμπουνταλάδες.

Μα διώξ’ το φόβο τούτονα, στσι εδικούς μας τόπους               25

μιαν αγκαλιά είν’ ανοιχτή για ούλους τσι αθρώπους!

Διόνυσος (Καρνάβαλος)

Απ’ την Αξιά εκίνησα, την Αριάδνη σέρνω,

εις το νησί τση τ’ ακριβό οπίσω τη γιαγέρνω!

Με το καράβι σκέφτηκα να φτάξω στο λιμάνι,

μα ήμουν στον Ελλήσπονδο σαν μου ’ρθε το φιρμάνι.            30

Η Έλλη σας λαβώθηκε, τη σιάζουν οι μαστόροι

κι ένας θεός κατέχει το πότες θα βάλει πλώρη.

Ανακατώθηκαν πολλοί, μα καλλιμέντο πράμα,

θάλασσα τα εκάμασι, του ναυαγίου δράμα.

Όντε ξανά θα γρικηθεί πως έπιασε την Κρήτη,                         35

εμέ να μου τρυπήσετε με το χαλκά τη μύτη,

γιατί πολλά αργεί θωρώ κι α δεν τη φέρουν πούρι,

να παίξω θέλει σφακελέ στην εδική τως μούρη.

Θε ν’ αγοράσω ομόλογα, να τα διπλοπλερώσω

και στη γραμμή για Ρέθυμνο το πλοίο να δρομώσω.                40

Ανάθεμα αν έχετε χωσμένους τσι παράδες

και καρτερείτε την αρχή να κάμουν φουκαράδες.

Δώσετε ούλοι τίβοτσι βαπόρι να κινήσει,

η πόλη απ’ το λήθαργο απού ’ναι να ξυπνήσει.

Δήμαρχος

Ποιος δεν το θέλει τούτο-να; Κιανένα δεν κατέχω!                   45

Μ’ αφού δε με ρωτήξανε πράμα να πω δεν έχω…

Μαγάρι να βρεθούν λεφτά η Έλλη να γιαγείρει,

στην παραλία θα στηθεί μεγάλο πανηγύρι.

Μα να ρωτήξω, Άρχοντα, κι ας πει η γι-αφεντιά σου,

την πόλη μας πώς τη θωρούν τα μάθια τα δικά σου;                50

Διόνυσος (Καρνάβαλος)

Ίντα να πω απού θωρώ την πόλη σκονισμένη,

την παραλία άσαχτη και αναχουμισμένη.

Ίντα δαιμόνους έπαθες κι ως άρκαλος σκαλίζεις

να βρεις χωσμένο θησαυρό και μπάζα μας γιομίζεις;

Στσι στράτες πέφτουνε πολλοί, σε τρύπες σα λαγούμια         55

που ’ναι στ’ αόρι κι οι βοσκοί χώνουνε τα τουλούμια.

Σωρό τα υποδήλατα, με φόρα τζιριτούνε,

στα πεζοδρόμια πεζούς ’παντήχνουν και βαρούνε…

Γωνιά γυρεύγει κάθε εις τ’ αμάξι του να βάνει,

μα πρέπει να ’χει τάξει ομπρός τ’ Αγίου του λιβάνι.                60

Σκύλοι παντού γυρίζουνε και χέζουν όπου βρούνε

και ύστερα τ’ αλείφουνε κείνοι που τα πατούνε…

Κατέχω, Δήμαρχε, θα πεις πως η παντέρμη κρίση,

φταίει κι οπίσω βρίχνονται έργα που ’χες αρχίσει.

Δήμαρχος

Εδά μιλείς με λογική, Άρχοντα βασιλιά μου,                              65

μα θα παλέψω ως μπορώ να κάμω τη δουλειά μου.

Από καρδιάς πεθύμουνα να ’χαν ούλα τελειώσει,

να μη βρεθεί ένας θεός σ’ ασχημοσύνη τόση!

Αλλά μας φόρεσαν σκλαβιά χωρίς ν’ αντισταθούμε,

διχώς ολπίδες πως ποτές θα ξελευτερωθούμε.                          70

Πέτρινα συναισθήματα και παγωμένο βλέμμα,

βήμα μπροστά βαθύς γκρεμός και βήμα πίσω, ρέμα.

Φορτώσανε και στου λαού τσι ράχες το γομάρι

κι είπα του, σαν το Σίσυφο, ανηφοριά να πάρει

κι ως αποσώσει στην κορφή αντιγιαγέρνει πάλι,                     75

με τα πολλά Μνημόνια κουζουλαμού κεφάλι.

Μας σβήσανε τα όνειρα, τα ιδανικά στον πάτο

η Τρόικα και το φαί μας κλέβει απ’ το πιάτο.

Διόνυσος (Καρνάβαλος)

Κατάντησαν τη Χώρα μας σφαχτό για το τσιγκέλι,

ούλοι κομμάτια κόβγουνε, καθένας όποιο θέλει.                      80

Σε μιαν ετοιμοθάνατη κάνουνε γιατροσόφια,

μα ώσπου να φτάξει ο γιατρός θα ’ναι η γ-αίγα ψόφια.

Ούλους θα σας πετάξουνε σαν τσι ληγμένες κάρτες

και η Ελλάδα θέλουνε να σβήσει απ’ τσι χάρτες.

Μαζί ομού οι δανειστές αλλά κι οι οφειλέτες,                            85

χωρίς λεφτά, διχώς αυγά, φτιάχνουσι ομελέτες.

Τ’ αμάξια κι α φτηνήσανε κιανείς δεν αγοράζει,

μα ν’ αποκτήσει γάιδαρο έχει κρυφό μαράζι.

Τσι πινακίδες βγάλασι σε μάντρα ν’ αραχτούνε,

γκαρίσματα πολλώ λογιών και πάλι θ’ ακουστούνε.               90

Αφότου στην κυβέρνηση εβγήκεν το σομάρι,

πουλεί καθείς τ’ αγροτικό το κτήμα για να πάρει.

Κι α βγάλουν και πρωθυπουργό κιανένα τσάμπα μάγκα,

φοβούμαι πως, μα το θεριό, θα τιναχτεί η μπάγκα.

Κι ήρθεν κι η Μέρκελ, η ροσπού, ζητά σας το κεφάλι              95

και στη χεσμένη βράκα τση γυρεύγει να σας βάλει.

Δήμαρχος

Χαράτσια βάλανε πολλά, στσι φόρους μας ρημάξαν,

με το χαρτί του ηλεκτρισμού τα φώτα μας αλλάξαν.

Κι ενώ απ’ τη λίστα της Λαγκάρτ, δεν πήραν ούτε φράγκο,

κατάντησαν τον Έλληνα σαν τον ουρακοτάγκο.                    100

Διόνυσος (Καρνάβαλος)

Εύχομαι, Δήμαρχε, ο Θιος τη χέρα ντου να βάλει,

να μην πληθιάνουν άνεργοι κι απολυμένοι άλλοι.

Να μη τως παίρνουνε σειρά σπίθια γιατί ’χουν χρέη,

στου κρεμασμένου την αυλή σκοινί ποσώς δε φταίει;

Βάλαν και στο πετρέλαιο αβάσταχτο το φόρο,                        105

κιανείς δεν έχει ζεστασιά στον εδικό του χώρο.

Οι γέροι εποθιάσανε, φάρμακα δεν τους βάνουν,

μέσα στα σπίθια αράξανε να βήχουν και να κλάνουν.

Κι αν ήτο βαρυχειμωνιά οφέτος να ’χε πιάσει,

μουδέ δεντρό θ’ απόμενε να στέκει μες τα δάση.                    110

Δήμαρχος

Λένε πως φταίνε οι θεσμοί που ’χουν ξεχαρβαλώσει

κ’ έχει μ’ αυτούς η διαφθορά στα ύψη σκαρφαλώσει.

Πολιτικοί απίθανοι, συνένοχοι, λοστρόμοι,

σέρνουνε την πατρίδα μας σε μαύρο σταυροδρόμι.

Μα ’χει ευθύνες κι ο λαός, Άρχοντα, να το γράψεις,              115

επιδοτήσεις έπαιρνε και μαϊμού συντάξεις.

Αυτός να βάλει την αρχή στάβλους να καθαρίσει,

την κόπρο που μαζώξανε τ’ Αυγεία να σκορπίσει.

Διόνυσος (Καρνάβαλος)

Λαέ μου ευκολόπιστε, τη φορτωτήρα πιάσε,

χαλκάδες κι αποστήματα μη λυπηθείς, μα σπάσε.                120

Καλά γρικώ τσι βουλευτές πως τσι αποζυγώνεις

κι όπου τσι βρίσκεις όφκαιρους γερά ξυλοφορτώνεις.

Γιαούρθια τσι αλείφουνε, αυγά τονέ καθίζου,

ωσάν τα ψάρια τηγανιού μ’ αλεύρι τσι τυλίζου…

Ετούτανα τως βγαίνουσι, φωθιές πολλές ανάψα,                   125

απείς εμπήκαν στη Βουλή στα μπράτη τως σας γράψα!

Μα ολωνών τα χούγια τως τυχαίνει ν’ αλλαχτούνε

και στον καρφίκτη τση ψυχής βαθιά να κοιταχτούνε.

Να ιδούνε πώς δουλεύγασι ούλοι μας οι προγόνοι,

ποτές τση δε γεννά η γης κιανείς α δεν οργώνει.                    130

Όποιος στην κρίση τούτηνα θέλει να ξαλαφρώσει,

χωράφια πατρογονικά ας πα’ να ξεχερσώσει.

Γρίκησα και πως βρέθηκαν πετρέλαια στην Κρήτη,

γι’ αυτό ζητούν τ’ αρπαχτικά να μην αφήσουν σπίτι.

Κιανένα μην ορίσετε χέρι σ’ αυτά να βάλει,                            135

μακρά να τσι ζυγώξετε, σαν που το κάμαν κι άλλοι.

Δήμαρχος

Ούλοι μαζί θα στέσομε μπέτη σ’ αυτό τον τόπο,

την κρίση να περάσομε, να βρούμε-νε τον τρόπο.

Ολπίδα μας στέκεις κουρφή κι ασύγκριτο καμάρι,

την προσταγή σου η γιορτή αποζητά να πάρει.                      140

Διόνυσος (Καρνάβαλος)

Κι οφέτος δούδω ορδινιά στο γλέντι να ριχτούμε,

τα βάσανα ξεχάσετε κρασί γλυκό να πιούμε!

Στον ουρανό σου η φωθιά, Ρέθεμνος, ας κεντήσει,

αποψινή αργαδινή έτοια ορίζω κρίση!                                        144

( εις τούτο κεντούσι πλείσα πυροτεχνήματα,

άφτει ολάκερος ο ουρανός του Ρεθέμνου και κινά το γλέντι )

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ρέθυμνο Καρναβάλι 2013: Δρώμενο υποδοχής του βασιλιά Καρνάβαλου – Διόνυσου

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ