Συνεχίζοντας τις δράσεις από το πακέτο “εορτάΖΩ και ψωνίΖΩ στο Ρέθυμνο”, ο Εμπορικός Σύλλογος Ρεθύμνου σε συνεργασία με την Εταιρεία Τέχνης «Βιολέττα» (2000), παρουσιάζουν την Θεατρική Παράσταση “Τ' Αγνάντεμα”, αφιερωμένη στα 100 χρόνια από τον θάνατο του Μεγάλου μας Λογοτέχνη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, την Πέμπτη 22/12/2011 και ώρα 20.00 στο Σπίτι του Πολιτισμού με Είσοδο ελεύθερη.
Πρόκειται για τα διηγήματα: «Τ’ Aγνάντεμα» και «Όνειρο στο κύμα». (Τα διηγήματα μάλιστα αυτά εμπεριέχονται στα σχολικά βιβλία και διδάσκονται αντίστοιχα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο.)
Πώς ξυπνάει η μνήμη; Κι όταν ξυπνήσει πώς ανασύρονται οι ακριβείς πτυχές της νοσταλγίας, του ονείρου, της μοναξιάς, της ηδονής – εμπρός και μέσα στο κενό της ύπαρξης, που συνιστά –εν τούτοις– το σώμα του Ποιητή;!
Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δεν αφήνει περιθώρια παρ-ερμηνειών. Απαιτεί προσήλωση, σεβασμό και προ πάντων αφιέρωση και προσευχή.
Η Μαρινέλλα Βλαχάκη και ο Αντώνης Περαντωνάκης στον λόγο, μαζί με τον Λεωνίδα Μαριδάκη στην ζωντανή επί σκηνής μουσική συνοδεία, τολμούν (με πλήρη επίγνωση του ρίσκου) ν’ αναμετρηθούν με το μέγεθος του Σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου και να ισορροπήσουν:
«…επάνω στον βράχον της ερήμου ακτής…,ανάμεσα σ’ ένα μονοπάτι κι έναν κρημνόν…», όπου αυτός «…συχνά επατούσε τα σύνορα...»!
Ο Θ. Αθανασιάδης-Νόβας, γράφοντας το 1962 για τον Παπαδιαμάντη, δίνει μάλλον το καίριο στίγμα της δραματουργικής ενέργειας του λόγου του:
«…Δύναμή του είναι η κίνηση των ηρώων του… Πώς σκηνοθετεί, πώς φωτίζει, πώς κινεί τα πρόσωπά του, έμψυχα και άψυχα, μέσα σ’ ελάχιστη ώρα και σ’ ελάχιστο χώρο και σ’ ελάχιστο φως. Και μ’ ελάχιστα λόγια. Αυτή η μικρή ιστορία χωρίς ιστορία είναι σκηνοθετημένη σ’ ένα πολλαπλό «ανάμεσα»: ανάμεσα στους βράχους και στη θάλασσα, ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στα νιάτα και στα γηρατιά, ανάμεσα μοιρολογιού και ποιμενικού άσματος, ανάμεσα ζωής και θανάτου.
Τέτοια (ανατριχιαστική) σκηνοθεσία δεν ξαναγίνεται. Έχει το ρίγος της τραγωδίας και το θάμπος του παραμυθιού…»
Σας περιμένουμε
Οι υποστηρικτικές ενέργειες συνεχίζουν με ένα ακόμη διήγημα του Παπαδιαμάντη :
Η ΠΙΤΡΟΠΙΣΣΑ
Όχι μικρόν θαύμα υπήρξεν εις το χωρίον μας το βορεινόν και ορεινόν (αληθινά, το χωριό μας βλέπει προς την θάλασσαν, απέχον μόνον ένα μικρό ναήφορον από τον αιγιαλόν, όσον ορεινοί και αν είμεθα, μυρίζομεν όμως θάλασσα) ο γάμος της Ακριβούλας του Ζαχαράκη υπό τας περιστάσει, καθ’ ας έγινε.
Διότι η νέα ήτο πράγματι ήδη σχεδόν γεροντοκόρη, και όλη η γειτονιά είχεν απελπισθή περί αυτής. Οι καλοθεληταί και οι συμβουλάτορες – οι «κακών παρακλήτορες», όπως λέει και η βίβλος του Ιώβ – από ποιόν μέρος του κόσμου έλειψαν ποτέ, δια να λείπουν και από το βορεινόν, το αντικρύζον όμως θάλασσαν χωρίο μας;
Και με την γλώσσαν πράγματι την ελυπούντο – ω, η λύπη, ο οίκτος αυτός, ο υβριστικότερος πάσης ύβρεως! – την κόρην της χήρας Ζαχαράκη, όλαι αι καλαί ψυχαί του Επάνω Μαχαλά και κάθε γειτόνισσα και γειτονοπούλα.
Διότι η νέα είχε φθείρει τα νιάτα της, ημέραν νύχτα σκυφτή εις το εργόχειρον, κεντώσα τα προικιά της. Είχε κατασκευάσει όλα τα χιτώνια, όλα τα φουστάνια, και τα ποδογύρια της, με χρυσοΰφαντον πέντε σπιθαμάς το πλάτος, και με χρυσόλινον περιτέχνως κεντητόν. Κ’ έκυπτεν αδιακόπως κ’ επόνει το στήθος της, κ’ εκέντα – και τι εκέντα; Τον ούρανό με τ’ άστρα, τη γης με τα λούλουδα, τη θάλασσα με τα ψάρια.
Είχεν ήδη εκτείνει εις τρεις σχεδόν σπιθαμάς το χρυσούν ποίκιλμα των χειρίδων και της τραχηλιάς της, εργαζόμενη από χρόνων πολλών, αναπτύσουσα και τελειοποιούσα και κάποτε επινοούσα νέα κεντήματα, δια να ετοιμάση τ’ ατέλειωτα νυμφικά της στολίδια. Αλλά προς τι εκοπίαζε; Γαμβρός δεν εφαίνετο πουθενά! Πλην, μάτην ταράττεται πας γηγενής, ως είπεν η Γραφή. Εάν εις μάτην αυτή εκοπίαζε, εις μάτην ανησυχούσαν κ’ αι καλαί γειτόνισσαί της.
Μια μάλιστα φαρμακερά γλώσσα, συρίζουσα, είχε τολμήσει να προείπη περί αυτής: «Θα της τα βάλουν στον τάφο!...» Αλλ’ αυτή εκέντα ακόμη, κι εκέντα, κ’ επερίμενε να γίνη νύφη μιαν ημέραν, εις τον απάνω κόσμο, να τα φορέσει – να σκάσουν οι εχθροί της!
Ο καπετάν Πανάγος ο Φερτουδάκης εσυνήθιζε πάντοτε «σίγουρες δουλειές». Όπως τον παλιόν καιρόν, όταν εταξίδευεν Ανατολή και Δύσιν με το καράβι του, τον «Τριτώνε» (το είχεν αγοράσει από τα μέρη της Φραγκιάς, μπακιρωμένο, τρικάταρτο) όπου ήθελεν όλα τα φορτία του καπαρωμένα, και όλους τους ναύτας του με «πλάτικα» και με προκαταβολάς, ούτω και τώρα εις τα γηράματά του (είχε φθάσει τα εξήντα αλλά μόλις 0εφαίνετο σαραντάρης, ήτο ακμαίος καλοκαμωμένος πολύ) όπου προς θεραπείαν της ευλόγου φιλοδοξίας του, επειδή είχαν παύσει πλέον εις το βόρειον θαλασσινόν χωρίον να εκλέγουν τους γηραιούς εμποροπλοιάρχους ως δημάρχους του τόπου – καθότι ως εικός, είχον αναδειχθή πλέον άφθονοι δικηγόροι, και άλλοι γραμματοσοφισταί – όπως είχαν καλή συνήθειαν να κάμνουν τον παλιόν καιρόν – είχεν αρκεσθή να είναι επίτροπος, κατ’ ουσίαν ισόβιος, της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου – ούτω και τώρα, λέγω, ηγάπα εις όλα να είναι σίγουρος και να δένη καλά τις δουλειές του.
Δι’ αυτό, μόλις είχεν αποθάνει η πρώτη του γυναίκα, αφήσασα αυτώ υιόν και θυγάτριον, κ’ έσπευσε να καπαρώση – ν’ αρραβωνισθή, θέλω να ειπώ – μιαν όπωσούν ηλικιωμένην κόρην ως δευτέραν σύζυγον. Όλην την ημέραν εφόρει μαύρα δια το πένθος, αλλ’ όταν ενύκτωνεν, οπότε τα χρώματα δεν διακρίνονται πλέον – οπόταν η νύχτα είναι αρκετόν πένθος αυτή καθ’ εαυτήν – υπό την σκέπην του σκότους, ανά τα στενά σοκάκια, σύρριζα εις τους συρτούς ή ιδιοτρόπως προέχοντας τοίχους των παλαιών οικιών, εχώνετο εις το παράμερον σπιτάκι της μέλλονύμφου, κ’ εκεί έτρωγε τα «κρυφά» λεγόμενα – όχι τα επίσημα – ζαχαροχαμαλιά και διάφορα άλλα, όπου εσυνηθίζετο εις τους γαμβρούς! Είτα, αφού επέρασεν εύσχημον χρονικόν διάστημα εστεφανώθη.
Αλλ’ αυτός δεν είχε προλήψεις, κ’ εφάνη εις όλα διαφορετικός από τους άλλους ανθρώπους. Είχε ζήσει χρόνους εις την Εσπερίαν. Είχε ζήσει με Φράγκους και εις την Ανατολήν ακόμη. Άλλοι έλεγαν πως ήτον Μασώνος. Άλλοι έλεγαν πως υπήρξε προστατευόμενος εκ των μάλλον ευνοουμένων του Λεσσέψ εις την Αίγυπτον.
Αφού είχεν ξαναπανδρευθή αυτός, μετ’ ολίγα έτη, υπάνδρευσε και την κόρην του, προτού να μεγαλώση ακόμη. Είτα η νέα, εις την πρώτην γένναν, απέθανε κι αυτή. Επήγενα βρή τη μάννα της, καθώς έλεγον αι γραίαι. Ο γαμβρός έμεινε χήρος με το τεκνίον επιζήσαν. Μόλις παρήλθον τρείς μήνες, όταν μιαν ημέραν ο πενθερός του, του λέγη :
- Δεν πρέπει να έχουμε προλήψεις. Σου ηύρα μια. Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Θα σε παντρέψω. Έχεις μωρό παιδί.
Πάντοτε το μωρό παιδί χρησιμεύει δια να ξαναπαντρεύεται γλήγορα ο πατέρας. Τέλος τον υπάνδρευσε. Αλλ’ εις την ίδιαν τυο γυναίκα, την μητρυιάν της θανούσης, είπε :
- Δεν πρέπει να έχουμε προλήψεις. Θα πάμε στο γάμο. Θα τους στεφανώσης εσύ.
- Εγώ; είπεν η γυναίκα του.
- Ναι. Οι «φρόνιμοι» θα μας επαινέσουν. Για τους άλλους δεν μας μέλει.
- Μα, πάει;
- Το κάνουμ’ εμείς και πάει. Του βάζουμε άλειμμα.
Το υλικόν της παροιμίας ελήφθη εκ των ναυπηγείων και ναυστάθμων, και αποτελεί μέρος του μαγάλου, όχι σκωριασμένου, οπλοστασίου, της νεωτέρας ανατρεπτικής λογικής.
Η γυνή συνεμορφώθη. Οι παπάδες εγόγγυσαν, αλλ’ ούτε βιβλία είχον πολλά, ούτε συνληθιζαν να διαβάζουν, ούτε γράμματα ήξευραν. Δεν ηύραν καμμίαν ρητήν απαγορευτικήν διάταξιν. Αλλ’ ένας, που δεν ήτο ούτε παπάς ούτε δάσκαλος, εις τίνας κύκλους είπεν :
Η τοπική συνθήθεια είναι νόμου κεφάλαιον, πόσω μάλλον η συνήθεια η καθολική! Ο ορθός λόγος και το πρέπον είναι ο άγραφος νόμος του Θεού, τον οποίον Αυτός είπε δια του Προφήτου ότι έμελλε να εγγράψη εις τας καρδίας μας. Η θέσις μιμείται την φύσιν άλλως δεν θα είχε που να σταθή. Καλή μητρυιά οφείλει να μιμήται ότι θα έπραττεν η μήτηρ. Καλή μήτηρ δεν θα κατηράτο., δεν θα εμίσει τον χηρεύσαντα γαμβρόν της, διότι φυσικά ο άνθρωπος υπέκυψεν εις την ανάγκην να έλθη εις δεύτερον γάμον. Αλλά θα ήτο απρεπές, αφύσικον και άστοργον να παρευρεθή η ίδια εις τον γάμον, και ποτέ δεν θα εγίνετο κουμπάρα να στεφανώση την διάδοχον της κόρης της. Αλλά, βλέπετε, μερικοί άνθρωποι “δεν έχουν προλήψεις”!
Τέλος, μετ' ολίγον καιρόν από τον δεύτερον γάμον του γαμβρού, ο πενθερός εχήρευσεν εκ δευτέρου. Η γυνή, στείρα και ηλικιωμένη, από χρόνων πάσχουσα, απέθνησκε!
Την φοράν ταύτην, ο καπετάν Πανάγος, είχε φροντίσει να σιγουράρη την δουλειά, και πρό της ώρας ακόμη, “με διπλές γουμένες”. Εσκάρωσεν το νέον καράβι, πριν βουλιάξη ακόμη το παλαιόν, έδεσε πρυμνήσια, πριν εισπλεύση εις τον λιμένα.
Δεν είχε πλέον ανάγκην της φρασεολογίας ταύτης εις την κυριολεξίαν. Είχε πωλήσει το τρίτον καράβι του, απεσύρθη, και διωρίσθη εσχάτως Επίτροπος εις την εκκλησίαν. Και η γυνή, φθισιώσα, εψυχομάχει, και ακόμη δεν απέθνησκε. Και αυτός από καιρού είχεν αρχίσει να επισκέπτεται συχνάν μιαν μακρινήν συγγενή του έβδομου βαθμού, εις τον Επάνω Μαχαλά, την Ζαχαράκαιναν.
Κ' η Ακριβούλα έκυπτε, κ' εκέντα, κι ακόμη εκέντα τα προικιά της. Και ήτον ωραία, θαλερά γεροντοκόρη. Κι ο καπετάν Πανάγος, καθώς την εκοίταζε, κ' έβλεπε την χωρίτραν της καστανής κόμης κάτω από την λευκήν μανδήλαν, εσκέπτετο κι έλεγε μέσα του ότι θα εγίνετο πολύ καλή οικοκυρά, και με μεγαλοπρεπή μάλιστα στολίδια.
Και η γυνή, η καπετάνισσα η δευτέρα, αδυνάτιζεν ολονέν, κ' έβηχε, κ' εψυχορράγει. Τέλος έσβησεν ένα πρωί πριν φέξη, ανέλυσε στον απάνω κόσμο.
Ολίγαι εβδομάδες επέρασαν, κ' ετελείτο ο γάμος. Βαθιά την νύχτα, στο σκοτάδι, αλλά με πυροβολισμούς κα με πομπήν, και με πολλούς καλεσμένους.
Τώρα η Ακριβούλα, η Πιτρόπισσα, με τις τραχηλιές και τας χειριδάς της τρεις σπιθαμάς το κέντημα – και με τα χρυσά ποδογύρια της ένα πήχυν το πλάτος – πάσαν Κυριακήν και πάσαν εορτήν, συνδιαπρέπει μαζί με τον σύζυγόν της και συμπαρίσταται εις το παγκάρι της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Και εις όλας τας πανηγύρεις, και εις όλας τας μνήμας των Αγίωνόπου υπάρχουν επισκέψεις και ονόματα, περιφέρει από οικίαν εις οικίαν, από δρόμον εις πλατείαν, και από χωρίον εις την εξοχήν, τους μεγαλοπρεπείς στολισμούς – έργον των χειρών της μακράς καρτερίας και υπομονής – εις το πείσμα των εχθρών της!
