ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Λεωνίδας Κλάδος: Ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της παλιάς «σχολής» των κρητικών λυράρηδων

0

Ο ΚΑΤΑΞΙΩΜΕΝΟΣ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 85 ΕΤΩΝ

Την π. Παρασκευή 12 Νοεμβρίου η Κρήτη αποχαιρέτησε το μεγάλο δάσκαλο της κρητικής μουσικής, Λεωνίδα Κλάδο, το μόνο λυράρη που του δόθηκε το Μέγαρο Μουσικής δίνοντας ρεσιτάλ ερμηνείας. Η τεχνική του χαρακτηρίζεται από ποικίλες και γρήγορες εναλλαγές ενώ η ποιότητα του ήχου, έχει μια έντονη γλυκύτητα που συναρπάζει.

Ο Λεωνίδας Κλάδος πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα του καιρού του, που ήθελε οπωσδήποτε τους λυράρηδες και τραγουδιστές, εκείνος δεν τραγουδούσε. Μάλιστα σε όλη του την δισκογραφία ο ίδιος τραγούδησε ένα μόνο κομμάτι με τον τίτλο «όλος ο κόσμος με μισεί» αλλά κατόπιν τούτου κάτι έπαθαν οι φωνητικές του χορδές και όπως είχε ο ίδιος πει δεν ήθελε να τραγουδήσει για να μη μειώσει την αξία της λύρας του.

 

Ο Λεωνίδας Κλάδος γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1925 στα Πλατάνια Αμαρίου. Είναι το δεύτερο παιδί από το σύνολο των 8 που απέκτησαν οι γονείς του, Δημήτρης Κλάδος από τα Λειβάδια Μυλοποτάμου και Χρυσή Λίτινα.

Ως μαθητής, φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Πλατανίων, αλλά και σε άλλα δημοτικά της γύρω περιοχής λόγω έλλειψης δασκάλου.

Ο Λεωνίδας Κλάδος ήταν πολύ καλός μαθητής, αλλά λόγω οικονομικών δυσχερειών δεν κατάφερε να προχωρήσει στα γράμματα και οι γονείς του τον προέτρεψαν να μάθει την τέχνη του τσαγκάρη, στο τσαγκάρικο του Στεφανή Κούνουπα στο Βυζάρι, όπου πηγαινοερχόταν για τρία χρόνια.

Σαν παιδί βοηθούσε στην εκκλησία και ήταν δίπλα στον παππού τον παπα-Γιάννη Σιγανό, ο οποίος διέκρινε από πολύ νωρίς τις μουσικές και φωνητικές ικανότητες, του Λεωνίδα και τον προώθησε στο ψαλτήρι. Έτσι λοιπόν η εκκλησία υπήρξε ένα από τα πρώτα του βιώματα όσον αφορά το χώρο της μουσικής. Ένας ακόμη μεγάλος δάσκαλος στη μουσική για το Λεωνίδα ήταν ο θρυλικός Κουρούπης από το γειτονικό Μέρωνα που τον βοήθησε στα πρώτα του βήματα.

Στην περίοδο της κατοχής

Το 1941, όταν κατέκτησαν οι Γερμανοί την Κρήτη, τον βρίσκει με πολλές άλλες οικογένειες στις σπηλιές του Ψηλορείτη. Εκεί ο θείος του Μανώλης Λίτινας ασχολείται με διάφορα ξυλόγλυπτα και μεταξύ αυτών φτιάχνει και μία λύρα από ασφένταμο. Τα παιδιά την περιεργαζόταν και την άφηναν, όμως ο Λεωνίδας ανυπομονούσε να ακούσει τους πρώτους ήχους: «Σε 17 ημέρες έμαθα να κουρδίζω και σε 28 ακούστηκαν οι πρώτοι σκοποί στις κορυφές του Ψηλορείτη. Έπαιζα και τραγουδούσα συνέχεια» είχε πει ο ίδιος.

Στην περίοδο της  γερμανοκατοχής  πρόσεχε τα πρόβατα και έπαιζε και λύρα στα χωριά της περιοχής. Στον Οψιγιά στο καφενείο Πικαντίλι, διασκέδαζε τακτικά πολλούς θαμώνες που με την παρακίνηση τους, έγινε επώνυμος καλλιτέχνης.

Σημαντικό ρόλο, στα πρώτα του βήματα, έπαιξαν οι λυράρηδες της περιοχής όπως ο Κουρούπης από το Μέρωνα και ο Καπαρός ο Λευτέρης από το Άνω Μέρος, οι οποίοι σύμφωνα με τον Λεωνίδα Κλάδο έπαιζαν σωστά και μελετημένα. Παράλληλα στο χώρο της Κρητικής μουσικής έκανε τα πρώτα του βήματα και ένας άλλος μεγάλος Αμαριώτης καλλιτέχνης ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης με τον οποίο συναντιόντουσαν συχνά στον Οψιγιά όπου μαζί τελειοποιούσαν το παίξιμο τους. Αρκετοί μάλιστα, παρατηρούν και κοινά στοιχεία στο παίξιμο τους.

Παρά την αντίδραση των γονιών του να γίνει επαγγελματίας λυράρης, εκείνος είχε ήδη πάρει το «βάπτισμα» και τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει από τη λύρα του. Όπου γλέντι, γάμος, βάπτιση και ο Λεωνίδας να μαγεύει τους πάντες με τις κοντυλιές του.

 

Η ανοδική πορεία

Από το 1945 έως το 1947 παίζει στο Ρέθυμνο κάθε βράδυ στο ζαχαροπλαστείο του Κλαψινού, όπου προωθείται από τον πασίγνωστο λαγουτιέρη Μπαξεβάνη και πλέον γίνεται γνωστός σε όλο το νομό.

Το 1947 κατατάσσεται στο στρατό, όπου υπηρετεί για 29 μήνες. Επιστρέφοντας, συνεχίζει και συνεργάζεται με κορυφαίους λαγουτιέρηδες όπως τους: Μαρκογιαννάκη, Κοτσιφό, Παχουντάκη και Φουσταλιέρη, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζεται με τους δεξιοτέχνες λυράρηδες: Λαγό, Καρεκλά, Σκορδαλό, Καλογρίδη.

Η φήμη του γρήγορα ξεπερνά τα όρια του νομού. Το Φεβρουάριο του 1951 βρέθηκε στη Μεσσαρά, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό και αγάπη στις διάφορες εκδηλώσεις της περιοχής.

Ο Λεωνίδας Κλάδος συχνά έπαιζε στο καφενείο του Μιχάλη Τζωρτζάκη στη πλατεία των Μοιρών, όπου γνωρίστηκε με την κόρη του την Κλειώ, με την οποία παντρεύτηκε το 1953 και απέκτησε 2 γιούς και 2 κόρες και σε αυτή τη χρονική περίοδο έγινε μόνιμος κάτοικος Μοιρών.

Η πρώτη δημιουργία

Το 1957 δημιούργησε το πρώτο του έργο σε στίχους, μουσική και εκτέλεση δική του, πρόκειται για το πολύ γνωστό συρτό «Όταν κοιμάται ο δυστυχής». Το 1961 διακόπτει την καλλιτεχνική του ενασχόληση για λόγους υγείας, και μετά από επίμονη παρότρυνση των φίλων του, ξαναρχίζει και ταυτόχρονα επιστρέφει στις ζωντανές εμφανίσεις και δισκογραφία.

Δισκογραφικά συνεργάστηκε με πολλούς καλλιτέχνες όπως τους: Μανιά, Κακλή, Κρασαδάκη, Σκουλά, Σταματογιαννάκη, Αγγελάκη.

Στην καλλιτεχνική του πορεία έχει να παρουσιάσει πλούσια δραστηριότητα στην διάρκεια της οποίας προσπάθησε να εξελίξει και να αναπτύξει την τεχνική του με τελικό αποτέλεσμα την δημιουργία της δικιάς του «σχολής» στο παίξιμο της κρητικής λύρας. Εργάστηκε σε πολλά κέντρα των Αθηνών και της Κρήτης κι έχει παίξει σε πάρα πολλά γλέντια και γιορτές.

Δισκογραφικά έχει να επιδείξει ένα χρυσό δίσκο «Όταν κοιμάται ο δυστυχής» και συνολικά 35 μεγάλους δίσκους (12 τραγουδιών) 15 μικρούς (45 στροφών) και δεκάδες κασέτες. «Ευχαριστώ το Θεό που μου έδωσε αυτό το χάρισμα, ό,τι πιο πολύτιμο για μένα. Η λύρα με δίδαξε και με γνώρισε μ' όλα τα στρώματα των ανθρώπων».

Η τεχνική του χαρακτηρίζεται από ποικίλες και γρήγορες εναλλαγές ενώ η ποιότητα του ήχου έχει μια έντονη γλυκύτητα που συναρπάζει. Ο Λεωνίδας Κλάδος ταξίδεψε πολλές φορές στο εξωτερικό από το οποίο επέστρεφε ενθουσιασμένος με τη διατήρηση της παράδοσης και των εθίμων τη Κρήτης στην ομογένεια. Υπήρξε αντιδήμαρχος Μοιρών και δύο φορές εκλεγμένος Δημοτικός Σύμβουλος, επίσης  έχει τιμηθεί πολλές φορές για την προσφορά του από διάφορους δήμους- κοινότητες- συλλόγους. Δημιούργησε τη βιομηχανία παγωτών τη «Λύρα» και ένα εργαστήριο ζαχαροπλαστικής στις Μοίρες.

Πηγές: blog.mantinades.gr -  www.kritikiparadosi.gr

 

... «Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην  Κρήτη το 1941 ο πατέρας μου για να μας προστατεύσει έκανε κάτι που έκαναν και πολλοί άλλοι οικογενειάρχες τότε, μας ανέβασε και μας εγκατέστησε σε μια σπηλιά στο Ψηλορείτη. Εκεί, το 1942, ένας θείος μου που πελεκούσε φελλό κι έφτιαχνε διάφορα αντικείμενα έφτιαξε και μια λύρα για να την δώσει στα παιδιά να παίζουν. Όλα τα παιδιά από περιέργεια την έπιασαν για λίγη ώρα, εγώ ήμουν ο μόνος που δεν την ξανάφησα από τα χέρια μου. Για να μην ενοχλώ τους υπόλοιπους απομακρυνόμουν από την σπηλιά και δεν ασχολιόμουν με τίποτα άλλο εκτός από τη λύρα. Μέσα σε δεκαεπτά μέρες έμαθα να την κουρδίζω και σε εικοσιπέντε μέρες έβγαλα τον πρώτο μου σκοπό» ...

... «Το 1951 κατέβηκα σε ένα γλέντι στο χωριό Σκούρβουλα της Μεσσαράς στην γιορτή της Παναγίας της Υπαπαντής. Το γλέντι αυτό ήταν αιτία και δεν ξαναγύρισα ποτέ στο χωριό μου. Στις πέντε (!!) μέρες που κράτησε γνώρισα πολλούς Μεσσαρίτες, καλλιτέχνες και μη, από το γλέντι στα Σκούρβουλα με πήγαν σε ένα άλλο γλέντι στον Πλάτανο και ούτω καθεξής με αποτέλεσμα να γίνω γνωστός στην περιοχή της Μεσσαράς, να γνωρίσω και την γυναίκα μου εκεί  και να μείνω πλέον μόνιμα στις Μοίρες»...

 

Ο ίδιος χαρακτηριστικά τονίζει: "Έμπαινα στο στούντιο και αντί για δύο τραγούδια έγραφα δώδεκα. Έρχεται αυθόρμητα ο οραματισμός της στιγμής".

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Λεωνίδας Κλάδος: Ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της παλιάς «σχολής» των κρητικών λυράρηδων

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ