Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι σήμερα υγιές. Κεφαλαιακά ισχυρό, με ρευστότητα, με κερδοφορία τόνισε ο Κυριάκος Πιερρακάκης.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μιλώντας στην Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση του ΔΣ της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών επεσήμανε ότι δεκαπέντε χρόνια κρίσεων έκλεισαν έναν κύκλο. Εγώ θα πω επιτέλους. Το σύστημα που κάποιοι έβλεπαν ως ένα πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, ως ένα μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, είναι σήμερα ένα από τα ισχυρά της χαρτιά.
Οι τράπεζες, τόνισε ο Κυρ. Πιερρακάκης, έχουν τώρα μπροστά τους μια σπάνια δυνατότητα: να δημιουργήσουν οι ίδιες τον κόσμο μέσα στον οποίο θα λειτουργήσουν. Όχι απλώς να προσαρμοστούν στην οικονομία που υπάρχει. Να χρηματοδοτήσουν την οικονομία που μπορεί να υπάρξει. Γιατί οι τράπεζες δεν είναι απλώς μέρος του οικονομικού οικοσυστήματος. Είναι ο καταλύτης του. Και ο καταλύτης δεν παρακολουθεί την αντίδραση, είναι εκείνος που την πυροδοτεί.
Η μακροπρόθεσμη αξία μιας τράπεζας κρίνεται, τελικά, από την οικονομία που χρηματοδοτεί. Σε μια οικονομία που μένει στάσιμη, καμία κερδοφορία δεν είναι διατηρήσιμη. Η χρηματοδότηση του μετασχηματισμού δεν είναι, επομένως, μια θυσία προς όφελος τρίτων. Είναι η καλύτερη επένδυση που μπορούν να κάνουν οι τράπεζες για τους ίδιους τους μετόχους τους. Από εδώ και πέρα, η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών και ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, θα πηγαίνουν μαζί. Το ένα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς το άλλο.
Όπως επισήμανε μεταξύ άλλων, για κάθε εκατό ευρώ καταθέσεων, οι ελληνικές τράπεζες δανείζουν σήμερα περίπου εβδομήντα, όταν στην υπόλοιπη ευρωζώνη ο λόγος πλησιάζει τα εκατό. Τα δανειακά χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, δεν είναι από τα πιο υψηλά στο ευρωσύστημα. Αυτό, διευκρίνισε, δεν το αναφέρει ως μομφή. Είναι, αντίθετα, το μέτρο της ευκαιρίας. Υπάρχει ρευστότητα που περιμένει να γίνει ανάπτυξη - ένα προνόμιο το οποίο λίγοι στην Ευρώπη διαθέτουν.
Αυτά τα εργαλεία δεν θα τα φέρει κανένας άλλος. Η δυνατότητα να τα δημιουργήσει κανείς, ανήκει σε εσάς. Έχετε ήδη αποδείξει ότι μπορείτε να καινοτομείτε: το IRIS το αποδεικνύει καθημερινά. Η ίδια καινοτομία μπορεί να περάσει τώρα από τις πληρωμές στη χρηματοδότηση. Και σας διαβεβαιώνω ότι η Πολιτεία θα σταθεί αρωγός σε κάθε τέτοια δική σας πρωτοβουλία.
Η σχέση των τραπεζών με την κοινωνία κρίνεται και στα καθημερινά - στις προμήθειες, στην απόδοση της κατάθεσης του μικροκαταθέτη, στην εξυπηρέτηση εκεί όπου το κατάστημα έκλεισε αλλά η ανάγκη έμεινε. Ο κόσμος θα πιστέψει στον νέο ρόλο των τραπεζών όταν τον δει στη δική του τσέπη και στη δική του γειτονιά, είπε.
Υπογράμμισε επίσης ότι εκατομμύρια άνθρωποι και τα περιουσιακά τους στοιχεία βρίσκονται σήμερα στους servicers και, στην πράξη, εκτός οικονομικής δραστηριότητας. 'Άνθρωποι που δεν μπορούν να δανειστούν, ακίνητα που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν, μικρές επιχειρήσεις που δεν μπορούν να επανεκκινήσουν. Ένα κομμάτι της οικονομίας μας έχει βρεθεί, εδώ και χρόνια, σε αναστολή.
Τρεις πυλώνες ανάπτυξης για τις τράπεζες
Αυτό δεν λύνεται αποσπασματικά. Χρειάζονται συνολικές λύσεις, που πατούν σε τρεις πυλώνες.
Το κράτος, που ρυθμίζει και συντονίζει - και το κάνει ήδη, ενισχύοντας το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των servicers.
Τις τράπεζες, που μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο της επανένταξης: ο δανειολήπτης που ρύθμισε και εξυπηρετεί τα δάνειά του, πρέπει να έχει διαδρομή επιστροφής στο τραπεζικό σύστημα, πρόσβαση σε αναχρηματοδότηση, δεύτερη ευκαιρία με όρους αγοράς.
Και τους servicers, που οφείλουν βιώσιμες ρυθμίσεις και διαφάνεια - γιατί διαχειρίζονται όχι απλώς χαρτοφυλάκια, αλλά ζωές. Εμείς, ως Πολιτεία, ως κυβέρνηση, αλλά και ως οικονομικό επιτελείο, σε συνεργασία με την Τράπεζα της Ελλάδος, με όλους τους θεσμούς, νομίζω ότι δείξαμε έμπρακτα τη βούλησή μας να επανεντάξουμε αυτούς τους ανθρώπους στην καρδιά της οικονομικής δραστηριότητας. Γι' αυτό προχωρήσαμε στη μεγαλύτερη, πρακτικά, παρέμβαση που έχει γίνει μέχρι σήμερα για το ιδιωτικό χρέος.
- Διευρύναμε σημαντικά τον εξωδικαστικό μηχανισμό, μειώνοντας το όριο ένταξης των οφειλών στις 5.000 ευρώ και επιταχύνοντας τις διαδικασίες. Δημιουργήσαμε ένα ισχυρότερο πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας μέσα από τον εξωδικαστικό.
- Μετατρέψαμε δηλαδή τον εξωδικαστικό σε εργαλείο προστασίας της πρώτης κατοικίας.
-Αυξήσαμε το ακατάσχετο όριο των τραπεζικών καταθέσεων στα 1.600 ευρώ και θεσπίσαμε τη δυνατότητα άρσης κατασχέσεων για όσους ρυθμίζουν και τηρούν τις υποχρεώσεις τους.
- Ενεργοποιούμε τη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων για παλαιές οφειλές και αποκαταστήσαμε μια σημαντική αδικία για περισσότερους από 100.000 δανειολήπτες του λεγόμενου νόμου Κατσέλη. Και εδώ δεν μείναμε στο ελάχιστο που προέκυπτε από την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Προχωρήσαμε στην αναδρομική εφαρμογή της ρύθμισης, ώστε το όφελος να φτάσει και σε όσους είχαν ήδη επιβαρυνθεί με υψηλότερες καταβολές. Κι όλα αυτά, σωρευτικά, είναι μια προσπάθεια που πρέπει να τη στηρίξουμε όλοι μαζί: το κράτος, οι τράπεζες, οι servicers, η αγορά συνολικά.
Το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας είναι στοίχημα εντονότερης ανάκαμψης. Αλλά είναι, εξίσου, στοίχημα συμπερίληψης. Γιατί χωρίς συμπερίληψη, η ανάκαμψη θα «κουτσαίνει». Θα προχωρά, αλλά θα αφήνει πίσω της ένα μέρος της κοινωνίας, και μια οικονομία που αφήνει ανθρώπους πίσω είναι άδικη και εν τέλει και αναποτελεσματική, είπε ο υπουργός Οικονομικών.
Αναλυτικά η ομιλία του Κυρ. Πιερρακάκη:
«Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση και για την τιμή να βρίσκομαι σήμερα μαζί σας.
Θέλω να ξεκινήσω με μια διαπίστωση που είναι αυτονόητη σήμερα, αλλά πριν από μερικά χρόνια, θα ήταν παράτολμη… που έχει να κάνει με τα επιτεύγματα, με όλα όσα έχουμε καταφέρει να πετύχουμε όλα αυτά τα χρόνια:
τη σταθεροποίηση της οικονομίας,
τα spreads των ελληνικών ομολόγων που κάποτε αποτελούσαν το θερμόμετρο της εθνικής αγωνίας, σήμερα μας κατατάσσουν ανάμεσα στις πιο αξιόπιστες οικονομίες της Ευρώπης,
το ότι η ανάπτυξη παραμένει σταθερά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
και το ότι η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας συνιστά την έμπρακτη επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα επέστρεψε στην κανονικότητα, στην αξιοπιστία και στην εμπιστοσύνη των αγορών.
Όλα αυτά που κάνουμε σήμερα, δεν ήταν κάποτε αυτονόητα. Ήταν ένας δύσκολος, ένας μεγάλος στόχος, και επιτεύχθηκε με τις θυσίες της ελληνικής κοινωνίας, με τη δουλειά των επιχειρήσεων, με τη συνέπεια της πολιτικής και, ναι, και με τη δική σας συμβολή.
Όμως, στην πολιτική -όπως και στη ζωή- ισχύει ένα αξίωμα: η επίτευξη ενός στόχου επιβάλλει αυτομάτως τον αναπροσδιορισμό του επόμενου. Όποιος επαναπαύεται στο κατόρθωμα, ακυρώνει το κατόρθωμα. Και η σταθερότητα δεν είναι σε καμία περίπτωση προορισμός. Είναι βάση εκκίνησης.
Ποιος είναι λοιπόν ο επόμενος στόχος; Δεν είναι ένας αριθμός σε έναν πίνακα. Είναι ο στόχος που θα τον βρείτε στο τραπέζι κάθε ελληνικής οικογένειας. Πιο πολλές δουλειές. Πιο καλές δουλειές. Υψηλότεροι μισθοί, ευημερία που να τη νιώθει ο πολίτης. Το όχημα είναι η ταχύτερη ανάπτυξη και η παραγωγικότητα. Και το στοίχημα άλλαξε τάξη μεγέθους: για δεκαπέντε περίπου χρόνια παλεύαμε να σταθούμε όρθιοι, τώρα παλεύουμε για το πόσο ψηλά μπορούμε να φτάσουμε.
Κυρίες και Κύριοι,
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι σήμερα υγιές. Κεφαλαιακά ισχυρό, με ρευστότητα, με κερδοφορία. Δεκαπέντε χρόνια κρίσεων έκλεισαν έναν κύκλο. Εγώ θα πω επιτέλους. Το σύστημα που κάποιοι έβλεπαν ως ένα πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, ως ένα μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, είναι σήμερα ένα από τα ισχυρά της χαρτιά.
Θέλω, όμως, να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας. Η υγεία δεν είναι προορισμός. Είναι αφετηρία. Οι τράπεζες έχουν τώρα μπροστά τους μια σπάνια δυνατότητα: να δημιουργήσουν οι ίδιες τον κόσμο μέσα στον οποίο θα λειτουργήσουν. Όχι απλώς να προσαρμοστούν στην οικονομία που υπάρχει. Να χρηματοδοτήσουν την οικονομία που μπορεί να υπάρξει. Γιατί οι τράπεζες δεν είναι απλώς μέρος του οικονομικού οικοσυστήματος. Είναι ο καταλύτης του. Και ο καταλύτης δεν παρακολουθεί την αντίδραση, είναι εκείνος που την πυροδοτεί.
Η μακροπρόθεσμη αξία μιας τράπεζας κρίνεται, τελικά, από την οικονομία που χρηματοδοτεί. Σε μια οικονομία που μένει στάσιμη, καμία κερδοφορία δεν είναι διατηρήσιμη. Η χρηματοδότηση του μετασχηματισμού δεν είναι, επομένως, μια θυσία προς όφελος τρίτων. Είναι η καλύτερη επένδυση που μπορούν να κάνουν οι τράπεζες για τους ίδιους τους μετόχους τους. Από εδώ και πέρα, η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών και ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, θα πηγαίνουν μαζί . Το ένα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς το άλλο.
Γιατί οι τράπεζες δεν είναι απλώς ένας τομέας της οικονομίας όπως όλοι οι άλλοι. Είναι η καρδιά και το μυαλό της. Η καρδιά, γιατί από εσάς περνά το αίμα της οικονομίας - η ρευστότητα, η πίστη. Και το μυαλό, γιατί εσείς αποφασίζετε ποιες ιδέες θα χρηματοδοτηθούν και ποιες επιχειρήσεις είναι εκείνες που τελικά θα μεγαλώσουν. Αυτός ο διπλός ρόλος συνεπάγεται και μια μοναδική δυνατότητα: τη δυνατότητα της πρωτοπορίας. Όποιος κινηθεί πρώτος σε αυτά που πρέπει να γίνουν τώρα, θα διαμορφώσει την ελληνική οικονομία της επόμενης δεκαετίας και θα καρπωθεί πρώτος τα οφέλη της.
Εξήγησα ήδη τι σημαίνει αυτό στην πράξη. Ο πρώτος στόχος είναι πιο πολλές δουλειές, πιο καλές δουλειές, υψηλότεροι μισθοί, μεγαλύτερη ευημερία. Για να το κατορθώσουμε, η λέξη-κλειδί είναι η λέξη «παραγωγικότητα». Και η παραγωγικότητα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια των οικονομικών εγχειριδίων.
Σημαίνει μια οικονομία μεγαλύτερων, ισχυρότερων και πιο εξωστρεφών επιχειρήσεων.
Σημαίνει συγχωνεύσεις και εξαγορές που δημιουργούν κλίμακα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτή είναι η αναζήτηση.
Σημαίνει επιχειρήσεις που επενδύουν στην τεχνολογία, στην ενέργεια, στην καινοτομία - και μικρομεσαίες που δεν μένουν στάσιμες, που μεγαλώνουν.
Και βέβαια σημαίνει, πάνω απ' όλα πλέον, άλλη μια έννοια: Τεχνητή Νοημοσύνη. Tο μεγαλύτερο άλμα παραγωγικότητας της γενιάς μας, βασικά συντελείται τώρα. Οι τράπεζες σε όλο τον κόσμο βρίσκονται ήδη στην πρωτοπορία της υιοθέτησής της και καρπώνονται τα οφέλη.
Εκεί πρέπει να βρεθούμε κι εμείς: με τις τράπεζες να την υιοθετούν οι ίδιες και να χρηματοδοτούν την υιοθέτησή της από την ελληνική επιχείρηση.
Και θα είμαι σαφής: ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας χρειάζεται εργαλεία όλων των ειδών. Εργαλεία υπάρχουν, αλλά χρειάζεται η ανάπτυξη ακόμη περισσότερων, πιο σύνθετων, πιο σύγχρονων, στην κλίμακα και στην ποικιλία που απαιτείται.
Χρηματοδότηση εξαγορών και συγχωνεύσεων για τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων.
Νέα προϊόντα για τη μετάβαση του ιδιωτικού τομέα σε ένα πιο παραγωγικό μοντέλο.
Στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που θέλουν και μπορούν να μεγαλώσουν.
Κεφαλαιαγορές που λειτουργούν δίπλα στον παραδοσιακό δανεισμό και όχι μόνο δανεισμός με εξασφαλίσεις, το εργαλείο του παρελθόντος για την οικονομία του παρελθόντος.
Το λένε οι αριθμοί. Για κάθε εκατό ευρώ καταθέσεων, οι ελληνικές τράπεζες δανείζουν σήμερα περίπου εβδομήντα, όταν στην υπόλοιπη Ευρωζώνη ο λόγος πλησιάζει τα εκατό. Τα δανειακά χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, δεν είναι από τα πιο υψηλά στο Ευρωσύστημα. Αυτό, όμως, δεν το λέω ως μομφή. Είναι, αντίθετα, το μέτρο της ευκαιρίας. Υπάρχει ρευστότητα που περιμένει να γίνει ανάπτυξη - ένα προνόμιο το οποίο λίγοι στην Ευρώπη διαθέτουν.
Αυτά τα εργαλεία δεν θα τα φέρει κανένας άλλος. Η δυνατότητα να τα δημιουργήσει κανείς, ανήκει σε εσάς. Έχετε ήδη αποδείξει ότι μπορείτε να καινοτομείτε: το IRIS το αποδεικνύει καθημερινά. Η ίδια καινοτομία μπορεί να περάσει τώρα από τις πληρωμές στη χρηματοδότηση. Και σας διαβεβαιώνω ότι η πολιτεία θα σταθεί αρωγός σε κάθε τέτοια δική σας πρωτοβουλία.
Μια ακόμα σκέψη, πριν περάσω ευρύτερα στην Ευρώπη. Η σχέση των τραπεζών με την κοινωνία κρίνεται και στα καθημερινά - στις προμήθειες, στην απόδοση της κατάθεσης του μικροκαταθέτη, στην εξυπηρέτηση εκεί όπου το κατάστημα έκλεισε αλλά η ανάγκη έμεινε. Ο κόσμος θα πιστέψει στον νέο ρόλο των τραπεζών όταν τον δει στη δική του τσέπη και στη δική του γειτονιά.
Κυρίες και Κύριοι,
Όλα αυτά δεν συμβαίνουν σε κενό αέρος. Συμβαίνουν σε μια Ευρώπη που επανασχεδιάζεται. Από τη θέση του Προέδρου του Eurogroup, έχω την τιμή και την ευθύνη να συμβάλλω σε αυτόν τον επανασχεδιασμό της ευρωπαϊκής οικονομικής και χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής. Τραπεζική Ένωση, ευρύτερα Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, ψηφιακό ευρώ -συμβάλλουμε μαζί με τον Διοικητή στο σχεδιασμό του ψηφιακού ευρώ στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας της ECB-, αποφάσεις που θα καθορίσουν ποια Ευρώπη θα έχουν το 2035.
Και κάτι που έχει σημασία να συνειδητοποιήσουμε ως χώρα: η Ελλάδα δεν είναι πια αποδέκτης αποφάσεων. Είναι συνδιαμορφωτής. Η χώρα που πριν από μια δεκαετία αποτελούσε το αντικείμενο των συνεδριάσεων του Eurogroup, σήμερα προεδρεύει σε αυτές. Και πάνω σε αυτόν τον ευρωπαϊκό επανασχεδιασμό, οφείλουμε να επανασχεδιάσουμε και τη δική μας οικονομία και το δικό μας τραπεζικό σύστημα.
Ποια είναι, λοιπόν, η θέση μας για μια νέα τραπεζική αρχιτεκτονική στην Ευρώπη;
Πρώτον, ναι στην ολοκλήρωση. Η Ευρώπη χρειάζεται τραπεζική ενοποίηση, πανευρωπαϊκές συγχωνεύσεις, τράπεζες με κλίμακα, ικανές να ανταγωνιστούν τις αμερικανικές και τις κινεζικές, ικανές να χρηματοδοτήσουν τις τεράστιες ανάγκες της ευρωπαϊκής οικονομίας: την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή μετάβαση, την άμυνα, τις υποδομές. Μια ήπειρος που φιλοδοξεί να είναι πόλος ισχύος στον κόσμο του 21ου αιώνα, δεν μπορεί να χρηματοδοτείται με θεσμούς και με λογικές του 20ου.
Δεύτερον, όμως, η Ευρώπη πρέπει να βρει τη σωστή ισορροπία ανάμεσα σε ένα υγιές σύστημα και στην τραπεζική ελευθερία. Η εποπτεία είναι προφανώς το θεμέλιο της εμπιστοσύνης. Κανείς δεν το αμφισβητεί, εμείς λιγότερο από όλους, που πληρώσαμε πολύ ακριβά το τίμημα της απορρύθμισης. Αλλά όταν το βάρος της εποπτείας γίνεται υπέρμετρο, οι τράπεζες καταλήγουν να διαχειρίζονται κανόνες αντί να χρηματοδοτούν την οικονομία. Ένα σύστημα που είναι μόνο ασφαλές, αλλά όχι ελεύθερο να αναλάβει ρίσκο, δεν υπηρετεί την ανάπτυξη. Η ασφάλεια, χωρίς δυναμισμό είναι απλώς μια πιο αργή μορφή παρακμής.
Άρα, πρέπει να φτιάξουμε τους κανόνες για την εποχή μας, να τους αναπροσαρμόσουμε. Και η Ευρώπη, και αυτή είναι ευρύτερα μια παγκόσμια αναζήτηση, σε συνάρτηση και με την τεχνολογική καινοτομία και την τεχνολογική επιτάχυνση. Και τρίτον, ας μου επιτραπεί να το πω, ένα σήμα κινδύνου. Οι τεράστιες πανευρωπαϊκές τράπεζες που είναι αυτό που διεκδικούμε για να πετύχουμε τις συγχωνεύσεις, όπως είπα, είναι ο πρώτος στόχος που θέλουμε, πανευρωπαϊκή κλίμακα δεν πρέπει να αφήσουν την περιφέρεια πίσω και στο περιθώριο. Συγκέντρωση κεφαλαίων και αποφάσεων δηλαδή σε λίγα χρηματοπιστωτικά κέντρα. Θέλει σωστό σχεδιασμό.
Η απόσυρση από τις αγορές, που κάποιοι θα θεωρήσουν μικρές, θα είναι στρατηγικό λάθος. Περιφέρειες ολόκληρες δηλαδή, χωρίς επαρκή τραπεζική κάλυψη και το χειρότερο χωρίς φωνή στα κέντρα των αποφάσεων. Αυτό δεν το θέλουμε.
Θέλουμε την Περιφέρεια δυνατή σε μια δυνατή Ευρώπη. Η ολοκλήρωση έχει νόημα, μόνο αν δυναμώνει όλα τα μέρη της Ευρώπης. Αλλιώς, δεν είναι ολοκλήρωση. Είναι απορρόφηση. Αυτή είναι η δικιά μας εθνική στρατηγική. Το μοντέλο, άλλωστε, υπάρχει ήδη.
Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ οι εθνικοί τραπεζικοί κολοσσοί συνυπάρχουν με ισχυρές περιφερειακές τράπεζες που γνωρίζουν τις κοινότητές τους και χρηματοδοτούν τις τοπικές επιχειρήσεις. Έτσι, προσπαθούμε να χτίσουμε και την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική με δύο επίπεδα, όχι με ένα. Και κάπου εδώ, εγώ θα πω, φτάνουμε και στον ρόλο τον δικό σας. Η Ελλάδα δεν θα περιμένει παθητικά να δει πού θα «πέσει» στην αρχιτεκτονική. Διεκδικεί θέση. Και η θέση αυτή περνάει από μια τριπλή αποστολή για τις ελληνικές τράπεζες:
Μεγέθυνση, γιατί στη νέα Ευρώπη το μέγεθος μετρά.
Διεθνοποίηση στον φυσικό σας χώρο -τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική- εκεί όπου η ελληνική τραπεζική τεχνογνωσία έχει συγκριτικό πλεονέκτημα.
Και ταυτόχρονα βαθιά ρίζωση στην εγχώρια αγορά.
Δεν είναι αντίφαση αυτό. Είναι ακριβώς το μοντέλο της ισχυρής περιφερειακής τράπεζας που χρειάζεται η Ευρώπη: αρκετά μεγάλες για έχουν δύναμη, αρκετά κοντά για να εξυπηρετούν.
Κυρίες και κύριοι,
Εκτιμώ, ότι τα λόγια και οι σκέψεις που μοιράζομαι μαζί σας…αυτή η ομιλία θα ήταν ελλιπής, αν δεν μιλούσα και για εκείνους που δεν βρίσκονται σε αυτή την αίθουσα. Εκατομμύρια άνθρωποι και τα περιουσιακά τους στοιχεία βρίσκονται σήμερα στους servicers και, στην πράξη, εκτός οικονομικής δραστηριότητας. Άνθρωποι που δεν μπορούν να δανειστούν, ακίνητα που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν, μικρές επιχειρήσεις που δεν μπορούν να επανεκκινήσουν. Ένα κομμάτι της οικονομίας μας έχει βρεθεί, εδώ και χρόνια, σε αναστολή.
Αυτό δεν λύνεται αποσπασματικά. Χρειάζονται συνολικές λύσεις, που πατούν σε τρεις πυλώνες.
Το κράτος, που ρυθμίζει και συντονίζει - και το κάνει ήδη, ενισχύοντας το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των servicers.
Τις τράπεζες, που μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο της επανένταξης: ο δανειολήπτης που ρύθμισε και εξυπηρετεί τα δάνειά του, πρέπει να έχει διαδρομή επιστροφής στο τραπεζικό σύστημα, πρόσβαση σε αναχρηματοδότηση, δεύτερη ευκαιρία με όρους αγοράς.
Και τους servicers, που οφείλουν βιώσιμες ρυθμίσεις και διαφάνεια — γιατί διαχειρίζονται όχι απλώς χαρτοφυλάκια, αλλά ζωές.
Εμείς ως Πολιτεία, ως κυβέρνηση, αλλά και ως οικονομικό επιτελείο, σε συνεργασία με την Τράπεζα της Ελλάδος, με όλους τους θεσμούς, νομίζω ότι δείξαμε έμπρακτα τη βούλησή μας να επανεντάξουμε αυτούς τους ανθρώπους στην καρδιά της οικονομικής δραστηριότητας. Γι' αυτό προχωρήσαμε στη μεγαλύτερη πρακτικά παρέμβαση που έχει γίνει μέχρι σήμερα για το ιδιωτικό χρέος.
Διευρύναμε σημαντικά τον εξωδικαστικό μηχανισμό, μειώνοντας το όριο ένταξης των οφειλών στις 5.000 ευρώ και επιταχύνοντας τις διαδικασίες. Δημιουργήσαμε ένα ισχυρότερο πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας μέσα από τον εξωδικαστικό. Μετατρέψαμε δηλαδή τον εξωδικαστικό σε εργαλείο προστασίας της πρώτης κατοικίας. Αυξήσαμε το ακατάσχετο όριο των τραπεζικών καταθέσεων στα 1.600 ευρώ και θεσπίσαμε τη δυνατότητα άρσης κατασχέσεων για όσους ρυθμίζουν και τηρούν τις υποχρεώσεις τους. Ενεργοποιούμε τη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων για παλαιές οφειλές και αποκαταστήσαμε μια σημαντική αδικία για περισσότερους από 100.000 δανειολήπτες του λεγόμενου νόμου Κατσέλη. Και εδώ δεν μείναμε στο ελάχιστο που προέκυπτε από την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Προχωρήσαμε στην αναδρομική εφαρμογή της ρύθμισης, ώστε το όφελος να φτάσει και σε όσους είχαν ήδη επιβαρυνθεί με υψηλότερες καταβολές.
Κι όλα αυτά, σωρευτικά, είναι μια προσπάθεια που πρέπει να τη στηρίξουμε όλοι μαζί: το κράτος, οι τράπεζες, οι servicers, η αγορά συνολικά.
Και έτσι φτάνω στο τέλος, και στην ουσία.
Το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας είναι στοίχημα εντονότερης ανάκαμψης. Αλλά είναι, εξίσου, στοίχημα συμπερίληψης. Γιατί χωρίς συμπερίληψη, η ανάκαμψη θα «κουτσαίνει». Θα προχωρά, αλλά θα αφήνει πίσω της ένα μέρος της κοινωνίας, και μια οικονομία που αφήνει ανθρώπους πίσω είναι άδικη και εν τέλει και αναποτελεσματική.
Κυρίες και κύριοι,
Πριν από δεκαπέντε χρόνια, το ερώτημα ήταν αν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα επιβιώσει. Πριν από δέκα, αν θα σταθεροποιηθεί. Πριν από πέντε, αν θα ανακάμψει. Όλα αυτά τα ερωτήματα απαντήθηκαν, θετικά. Το σημερινό ερώτημα είναι διαφορετικής τάξης: Πόσο μεγάλοι μπορείτε να γίνετε και πόσο μεγάλη Ελλάδα μπορείτε να χτίσετε γύρω σας.
Η δική μου απάντηση, και η πρόσκλησή μου προς εσάς, είναι μία: ο ρόλος που αξίζει στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν είναι του ωφελημένου της ανάκαμψης. Είναι του αρχιτέκτονα της επόμενης φάσης.
Μιας οικονομίας με περισσότερες και καλύτερες δουλειές.
Μιας κοινωνίας που δεν αφήνει κανέναν εκτός.
Μιας δυνατής Ελλάδας σε μια δυνατή Ευρώπη.
Αυτό είναι το επόμενο κατόρθωμα, που μας αναλογεί από κοινού. Και είμαι βέβαιος ότι, όπως πετύχαμε τα προηγούμενα, θα πετύχουμε και αυτό μαζί.
Σας ευχαριστώ πολύ».
ΑΠΕ-ΜΠΕ
