Στο προσκήνιο επανέρχεται το θέμα της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, με την Τράπεζα της Ελλάδος να ανοίγει τη συζήτηση μέσα από την τελευταία έκθεση του διοικητή της για την ελληνική οικονομία. Στο επίκεντρο βρίσκεται το κόστος εργασίας, καθώς η ΤτΕ επισημαίνει την ανάγκη για περαιτέρω ελαφρύνσεις, προκειμένου να ενισχυθεί η ανάπτυξη, η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και η απασχόληση.
Σύμφωνα με την έκθεση, η διατηρήσιμη ανάπτυξη περνά μέσα από τη μείωση των επιβαρύνσεων στην εργασία, με έμφαση στις εργοδοτικές εισφορές. Η παρέμβαση αυτή, όπως σημειώνεται, μπορεί να λειτουργήσει διπλά: αφενός μειώνοντας το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και αφετέρου ενισχύοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, σε μια περίοδο όπου οι πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα παραμένουν.
Ανάλογες θέσεις εκφράζουν και εργοδοτικές οργανώσεις, οι οποίες ζητούν μείωση του μη μισθολογικού κόστους ως αντιστάθμισμα στις συνεχείς αυξήσεις των κατώτατων αποδοχών. Οι επιχειρήσεις επισημαίνουν ότι η άνοδος των μισθών, αν και ενισχύει τα εισοδήματα, συνοδεύεται από αυξημένες ασφαλιστικές και φορολογικές επιβαρύνσεις, οι οποίες επηρεάζουν τη βιωσιμότητα, ιδιαίτερα για μικρότερες επιχειρήσεις.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, πάντως, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής σαφής ένδειξη για νέες παρεμβάσεις πέραν όσων έχουν ήδη προγραμματιστεί. Στο υφιστάμενο πλάνο περιλαμβάνεται μόνο η μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα το 2027, η οποία θα ολοκληρώσει μια συνολική μείωση 5,9 ποσοστιαίων μονάδων από το 2019.
Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, έχει επισημάνει ότι με την ολοκλήρωση αυτής της παρέμβασης εξαντλείται προς το παρόν ο σχεδιασμός για τις εισφορές, αφήνοντας ανοιχτό μόνο το ενδεχόμενο επανεξέτασης μελλοντικά, ανάλογα με τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Την ίδια ώρα, η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ έχει άμεσες επιπτώσεις στο ύψος των εισφορών και της φορολογίας. Για κάθε εργαζόμενο, οι μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές αυξάνονται κατά περίπου 8,7 ευρώ, ενώ η φορολογική επιβάρυνση ενισχύεται κατά 6,9 ευρώ.
Σε ετήσια βάση, το συνολικό πρόσθετο κόστος για τις επιχειρήσεις φτάνει τα 681,6 ευρώ ανά εργαζόμενο, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης μισθού και εισφορών. Για τους εργαζόμενους, η επιβάρυνση διαμορφώνεται σε 74,2 ευρώ από εισφορές και 96,6 ευρώ από φόρους.
Παράλληλα, το πραγματικό κόστος για τις επιχειρήσεις είναι χαμηλότερο λόγω της φορολογικής έκπτωσης των σχετικών δαπανών, διαμορφούμενο περίπου στα 531 ευρώ, με βάση τον ισχύοντα φορολογικό συντελεστή. Ωστόσο, η συνολική επιβάρυνση παραμένει σημαντική, ειδικά σε περιβάλλον αυξημένων λειτουργικών εξόδων.
Στην έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος υπογραμμίζεται ότι οι μειώσεις στους φορολογικούς συντελεστές που εφαρμόστηκαν πρόσφατα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα. Ωστόσο, τονίζεται ότι για να υπάρξει ουσιαστική βελτίωση στην οικονομία, απαιτείται συνέχιση των παρεμβάσεων, κυρίως στο πεδίο του μη μισθολογικού κόστους.
Πέραν των εισφορών, η ΤτΕ προτείνει και ένα ευρύτερο πλέγμα πολιτικών για την ενίσχυση της απασχόλησης και της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται αλλαγές στο φορολογικό σύστημα και στο σύστημα κοινωνικών παροχών, ώστε να δημιουργηθούν ισχυρότερα κίνητρα για εργασία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον περιορισμό των κινήτρων πρόωρης αποχώρησης από την αγορά εργασίας, καθώς και στην ανάγκη αύξησης της συμμετοχής ομάδων που παραμένουν εκτός αγοράς, όπως οι νέοι και οι γυναίκες.
Στο ίδιο πλαίσιο, προτείνονται παρεμβάσεις που διευκολύνουν την καθημερινότητα των εργαζομένων, όπως η ενίσχυση των δομών φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων, η προώθηση ευέλικτων μορφών απασχόλησης και η ενίσχυση της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
Η συζήτηση για το κόστος εργασίας αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο το επόμενο διάστημα, καθώς συνδέεται άμεσα με την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την εξέλιξη της απασχόλησης σε ένα περιβάλλον μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών.
newsbeast.gr
