Το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους δύο εργαζόμενους στην Ελλάδα δηλώνει ότι αναζητά δεύτερη δουλειά επιβεβαιώνει τα στοιχεία οτι ο μισθός δεν αρκεί για να βγούν οι υποχρεώσεις του μήνα. Τα στοιχεία από την αγορά εργασίας αναδεικνύουν το πρόβλημα με τους Έλληνες να δηλώνουν οτι αναζητούν δεύτερη δουλειά για να καλύψουν τις μηνιαίες τους ανάγκες.
Το ποσοστό είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη και απέχει σημαντικά από τον μέσο όρο της ΕΕ, που κινείται κοντά στο 28%. Στη Γερμανία και στη Γαλλία, τα αντίστοιχα ποσοστά κυμαίνονται μεταξύ 20% και 25%, ενώ στις σκανδιναβικές χώρες υποχωρούν κάτω από 15%.Το πρόβλημα είναι οτι η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν βρίσκεται μόνο στο υψηλό ποσοστό, αλλά στο κίνητρο. Σε χώρες όπως η Ολλανδία ή η Δανία, η δεύτερη απασχόληση αφορά συχνά συμπληρωματικό εισόδημα ή ακόμα και κίνηση ώστε οι εργαζόμενοι να νιώθουν πιο ασφαλής απέναντι σε έκτακτες ανάγκες. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η δεύτερη δουλειά λειτουργεί ως αντιστάθμισμα απώλειας της αγοραστικής δύναμης.
Το 2025, ο μέσος καθαρός μισθός στον ιδιωτικό τομέα κινήθηκε λίγο πάνω από τα 1.000 ευρώ, την ώρα που:
● το μέσο ενοίκιο για κατοικία 70–80 τ.μ. σε αστικά κέντρα ξεπέρασε τα 550–600 ευρώ,
● οι δαπάνες για τρόφιμα αυξήθηκαν σωρευτικά άνω του 25% από το 2021,
● οι υπηρεσίες (μεταφορές, υγεία, εκπαίδευση) συνεχίζουν να αυξάνονται με ρυθμούς υψηλότερους του γενικού πληθωρισμού.
Ακόμη και με πληθωρισμό κοντά στο 2,5–3%, το «καλάθι» του εργαζόμενου παραμένει βαρύ, ειδικά για όσους δεν έχουν ιδιόκτητη κατοικία.
Η σύγκριση με την Ευρώπη
Η διαφορά με την υπόλοιπη Ευρώπη δεν εξηγείται από τη διάθεση για εργασία, αλλά από τη σχέση μισθών – κόστους ζωής. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat στην Ελλάδα, οι μισθοί αυξήθηκαν την τελευταία τριετία με ρυθμό 6–7% σωρευτικά. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, η αύξηση ξεπέρασε το 10%, ενώ στη Γερμανία και τη Γαλλία, οι συλλογικές συμβάσεις «πέρασαν» οδήγησαν σε αυξήσεις 12-15% σε βασικούς κλάδους.
Την ίδια στιγμή, το ποσοστό εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις στην Ελλάδα παραμένει κοντά στο 15%, όταν ο μέσος όρος της ευρωζώνης υπερβαίνει το 50%. Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις μισθών δεν ακολουθούν θεσμικό κανόνα, αλλά ατομικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες συνήθως δεν φέρνουν σπουδαία αποτελέσματα για τον εργαζόμενο. Σε αυτό το πλαίσιο η Η διεθνής έρευνα Workmonitor 2026 της Randstad καταλήγει οτι το 51% των εργαζόμενων στην Ελλάδα αναζητά δεύτερη δουλειά.
«Κανονικοποίηση» τη δεύτερης δουλειά
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις που διευκολύνουν τη παράλληλη απασχόληση αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η κυβέρνηση προχώρησε σε αλλαγές που επιτρέπουν δεύτερη εργασία υπό προϋποθέσεις, ενώ απλοποιούν τη δήλωση και τη φορολογική αντιμετώπισή της και ενισχύουν την ευελιξία ωραρίων.
Θεσμικά, οι αλλαγές παρουσιάζονται από την κυβέρνηση ως εκσυγχρονισμός της αγοράς εργασίας. Στην πραγματικότητα όμως, λειτουργούν ως έμμεση παραδοχή ότι το εισόδημα από μία εργασία δεν επαρκεί. Σε αντίθεση με χώρες όπως η Γαλλία, όπου το βάρος πέφτει σε αυξήσεις κατώτατων μισθών και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, η ελληνική πρακτική στηρίζεται στο υψηλότερος μισθός περισσότερες ώρες εργασίας.
Η ανάγκη για δεύτερη δουλειά έχει συνέπειες που δεν αποτυπώνονται στους δείκτες ανεργίας. Οι μελέτες αναφέρουν κόπωση εργατικού του δυναμικού, με επιπτώσεις στην παραγωγικότητα, ενώ ο περιορισμένος χρόνος δεν επιτρέπει την κατάρτιση και την αναβάθμιση των εργασιακών δεξιοτήτων.
Στην πράξη, η οικονομία καλύπτει το εισοδηματικό κενό όχι με καλύτερους μισθούς, αλλά με αύξηση της εργασίας, μοντέλο που εφαρμόζεται κυρίως σε χώρες με χαμηλή αγοραστική δύναμη και όχι σε οικονομίες υψηλής παραγωγικότητας.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι νέοι εργαζόμενοι έως 35 ετών και όσοι εργάζονται σε τουρισμό, εστίαση, λιανεμπόριο και υπηρεσίες είναι εκείνοι που αναζητούν συχνότερα δεύτερη απασχόληση. Αντίθετα, σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης, η δεύτερη δουλειά αφορά κυρίως αυτοαπασχολούμενους ή υψηλά αμειβόμενους επαγγελματίες.
Τα στοιχεία που προκύπτουν από την ερευνα αναδεικνύουν οτι παρά τη βελτίωση των δεικτών απασχόλησης το εισόδημα στην Ελλάδα δεν συμβαδίζει με το πολύ υψηλό κόστος ζωής, γεγονός που μετατρέπει την επιλογή της δεύτερης δουλειάς σε αναγκαιότητα.
ot.gr
