ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Με μαντινάδες & όνειρα

0

Τα ξύλα καήκανε στο τζάκι και έπρεπε να πάει να φέρει από το κατώι, η Μαριγώ.

Ό άντρας της ήταν πολύ άρρωστος αυτές τις ημέρες, άρπαξε ''πούντα'', είπε ο γιατρός και του συνέστησε, βραστάρια κι' εντριβές κι' έτσι η Μαριγώ, έκανε όλες τις δουλειές..

Το χοντροζούμι, έβραζε στη παρασιά, είχε ετοιμάσει να του κόψει και ποτήρια''βεντούζες'', έπρεπε να αρμέξει τις προβατίνες, να βράσει το γάλα να πιει ο άντρας της...

Είκοσι χρόνια παντρεμένη, δεν είχαν ανταλλάξει ''μαύρα μάτια'' που λένε.

Όλοι τους καμάρωναν η και τους ζήλευαν για την αγάπη τους...

Το μόνο που τους έλειπε ήταν τα παιδιά...δεν κατάφεραν να αποχτήσουν ποτέ...

-Δεν ήθελε η  Χάρη ντου Μαριγώ μου, να μα σε στείλει ένα γ-κοπέλι, δε θα ποθάνουκε κιόλας...

-Άχι Νικολή μου, μεγάλο καημό το 'χω που δε σου χάρισα ένα κοπελάκι, έλεγε η Μαριγώ, και σκούπιζε τα δάκρυά της...

Τα χρόνια πέρασαν και το πήραν απόφαση, πως δεν ήταν τυχερό και έτσι αφωσιώθηκαν ο ένας στον άλλο...

-Πάω να αρμέξω Νικολιό μου, αν και εδά και δυο τρεις μέρες αποστηρώξανε οι παντέρμες, μα δε κατέω η κρυγιότη φταίει, γη σ' αναζητούνε...Της άρεσε να τον πειράζει και να τον κάνει να γελά...

Κατέβηκε στο κατώι, που είχε τα ''ζούμπερα'', τα τάισε τα πότισε, μα το γάλα ίσα ίσα που πάτωσε στο ''συγκλί''...

Έφευγε η Μαριγώ, και είχε κλείσει την πόρτα, όταν ένας παράξενος τσάρχαλος την έκανε να ξαναγυρίσει....

Άνοιξε σιγά σιγά και αυτό που είδε ήταν μια τρελλή εικόνα...Δυο κεφαλάκια μικρών παιδιών είχαν βουτήξει στον κουβά με το νερό, των ζωντανών και έπιναν, έπιναν...

Δεν ήθελα να τα τρομάξει και περίμενε να χορτάσουν τη δίψα τους πρώτα...

Σήκωσαν τα κεφαλάκια τους και την είδα...γούρλωσαν τα ματάκια τους και έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα άχυρα...

-Ελάτε επαέ, γιάντα κρύβεστε, μικιά μου, ελάτε μα δε σα σε μαλώνω...

-Θεία, μη μα σε δείρεις, που κρυφτήκαμε στο κατώι σου και βυζάναμε τσι προβατίνες σου, είπε το μεγαλύτερο που ήταν αγοράκι...

-Α, για τούτονα δε ν-είχανε γάλα οι προβατίνες μουυυυ, είπε γελαστη η Μαριγώ...

-Πεστε μου εδά από που είστε και γιάντα είστε μοναχά σας, δε ν-έχετε τσι γονέου σας;

Όι, θεία δε ν-έχουμε γονέους έχουνε ποθάνει και η Αλεξάντρα, μας έδερνε, με το σκοινί και ήθελε να μα σε χωρίσει και να δώσει τη ν-αδερφούλα μου σε μια γυναίκα στη ν-Αθήνα που δε ν-είχενε κοπέλια, γι' αυτό εφύγαμε από το κονάκι μας...

-Ποια είναι αυτή η Αλεξάντρα κοπέλι μου;

-Όντε νε πόθανε η μάνα μας, τηνε παντρεύτηκε ο πατέρας για να μα σε προσέχει...

-Πάμε απάνω κοπέλια μου, που έχω βράσει χοντροζούμι να φάτε ζεστό, ζεστό και να γνωρίσετε και το Νικολή, το ν-άντρα μου...

Σφιχτά κρατούσε από το χεράκι την αδερφούλα του και ακολουθούσαν τη Μαριγώ...

-Ω γυναίκα, μουσαφιραίους έχουμενε, είπε παραξενεμένος ο Νικολής...

-Και ήντα μουσαφιραίους, άντρα μου!!!

Φάγανε τα παιδιά με την όρεξή τους και τα πήρε ο ύπνος δίπλα στο τζάκι, στη πετρόχτιστη πεζούλα..

Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε ο Νικολής και η Μαριγώ, τα κοίταζαν και δεν το πίστευαν πως είχαν στο σπίτι τους δυο μικρά παιδιά...Ο Νικολής ξέχασε το κρύωμα και όλη  την ώρα τα σκέπαζε και τα χάιδευε...

-Πρέπει γυναίκα το πρωί να καλέσουμε το ν-αστυνόμο, να δούμε ήντα θα κάνουμε και ποιουνού 'ναι τα κοπέλια...

Ο αστυνόμος ειδοποίησε τη μητριά τους, που όλες αυτές τις ημέρες δεν τα είχε ψάξει καθόλου, άλλωστε είχε το δικό της παιδί να σκεφτεί, που ήταν μικρότερο...

-'Εκανε πως χάρηκε, μα όταν δεν την έβλεπαν οι άλλοι,τράβηξε τόσο δυνατά το αυτάκι του μικρού Θανασάκη, που το παιδάκι ούρλιαξε από τον πόνο..

-Τι κάνεις του κοπελιού μωρή, φώναξε η Μαριγώ και της όρμησε να την σουρωμαδήσει...Δε σου τα δίνω τα κοπέλια, για θα μου τα σκοτώσεις...Αστυνόμε, θωρρείς πως τονε φαίρεται, θα τση κάμω μύνηση και σ' έχω και μάρτυρα...Τα κοπέλια μου τα 'στειλε ο Θεός στη μ-πόρτα μου και δεν θα τα ΄φηκω να μου τα πάρουνε...

Τα παιδάκια αγκάλιασαν τη Μαριγώ και δεν ξεκολλούσαν από πάνω της.

-Μη ντη ν-αφήσεις να μα σε πάρει, εσένα θέλουμε για μάνα μας, είπε η μικρή Αγγελικούλα, που επιτέλους ακούστηκε η φωνούλα της.

-Μάνα σας, είπε η Μαριγώ, μια λέξη που ποτέ δεν περίμενε να ακούσει...μάνα σας, ναι, μάνα σας...και τα δάκρυά της έβρεχαν τα δυο σγουρομάλλικα κεφαλάκια...

Στο δικαστήριο η Αλεξάντρα, συμφώνησε να υπογράψει, αφού της υποσχέθηκαν πως ποτέ δεν θα ζητήσουν μερίδιο από την περιουσία ...

-Θα φέρνεις και τ' αδερφάκι ντως να το θωρούνε, ακούεις, μια βολά τη ν-εβδομάδα, αλλιώς, θα παραβούμε τση συφωνίας...της είπε η Μαριγώ, όταν βγήκαν από το δικαστήριο...

Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, η Αλεξάντρα και κάθε βδομάδα, έπαιρνε το μικρό γιο της και τον πήγαινε στα αδέρφια του...

Όταν πλησίαζε στην τελευταία επίσκεψή της, στο σπίτι της Μαριγώ, άκουσε χαρούμενα γέλια ...Μάνα, μάνα, φώναζαν τα μικρά και ο Νικολής τάχα τσατισμένος των έλεγε...

-Κι εγώ δε ν-είμαι πράμα, μόνο τη μάνα σας αγαπάτε;

-Όι πατέρα μας, σ' αγαπούμενε και σένα...

-Κοπέλια μου θέλω να σα σε πω ένα πράμα και να το κάμετε, είπε η Μαριγώ...

-Ήντα θέλεις μάνα;

-Χαίρομαι που μας αγαπάτε, γιατί σας αγαπούμε και ΄μεις και το κατέτε, αλλά θέλω να αγαπάτε και τη ν-Αλεξάντρα, γιατί είναι μάνα του αδερφού σας, δεν είναι κακιά κατά πολύ πολύ βάθος...και μια μέρα θα καταλάβει, πως έπραξε λάθος...

Και ύστερις να μάθετε στη ζωή σας να δέχεστε αυτά που μπορούνε να σας δώσουνε οι αθρώποι... ότι μπορεί ο καθαής...άλλος πολλά άλλος λιγότερα΄΄

Τα άκουσε όλα η Αλεξάντρα, τα μάτια της βούρκωσαν και όλα της φάνηκαν αλλιώτικα, όμορφα...πρωτόγνωρα..΄. και χαμογέλασε...

 

Κατερίνα Βοτζάκη

 

Οι μαντινάδες και οι στίχοι που στείλατε με την λέξη ήντα:

 

Κουτσάκη Χρυσούλα (Αντισκάρι Λασιθίου)

΄Ηντα θα πεις πως μου δωκες να σου βαστώ χατίρι

 που 'χω τα πάθη του Χριστού απ' ονομής σου σύρει.

 

Κουκουμπεδάκη Χαριστή (Γαλιά Ηρακλείου)

Είντα 'φταιξα τση μοίρας μου και σήκω κάτσε μ' έχει
κι' ο ουρανός μου νεφαλιά κάθα λεφτό και βρέχει.

Καπετανάκης Γιάννης (Θεσσαλονίκη)

Βασίλισσα τση σκέψης μου του νου μου πριγκιπέσα

ίντα χαρά δεν ένιωσα και δε σε βρήκα μέσα.

 

Αυγουστάκη Χαρά (Ρέθυμνο)

Μόνο μπελάδες φέρνουμε, τα ίντα' και τα 'γιάντα'

σαν η καρδιά δεν δέχεται, απ' το μυαλό κουμάντα.

 

Σπαντιδάκης Γιώργης (Αθήνα)

Ίντα να πω που ότι κι αν πω και όπως και να το κάμω

όλα χαράμι γίνουντε σαν το νερό στην άμμο.

 

Φανουράκης Ηλίας (Άγιοι Δέκα Μεσσαράς Ηράκλειο)

Ίντα να πώ τση μοίρας μου που δε γ-καταλαβαίνει

κι' όπου υπάρχει ένας καημός εμένα τονε φέρνει.

 

Καζά Μαρία (Χίος)

 Ίντα μου λες να μην περνώ από τη γειτονιά σου

που μαραζώνω αν δεν γευτώ βιόλα τη μυρωδιά σου.

 

Λεουνάκης Νεκτάριος (Συρίλι Χανιά)

Σ' ότι κι αν έπαθα ρωτώ τση μοίρας το γινάτι

ήντα 'καμα και πορπατώ σε τέθοιο μονοπάτι.

 

Γαρεφαλάκης Γιώργης (Άγιος Νικόλαος)

Ηντα 'χεις και μαρένεσαι βιολα μου κάθε μέρα
που σου 'χω καθαρό νερό και δροσερό-ν αέρα.

 

Κουτσελάκης Αντώνης (Ιεράπετρα)

΄Ηντα να πω, πως να το πω που δεν υφαίνουν χείλη

μηδέ το γεια στο άκουσμα πο"δα και πέρα φίλοι.

 

Ζερβουδάκης Προκόπης (Καμπανός Σελίνου Χανιά) 

΄Ηντα να κάμω τση καρδιάς πως να τηνε συβάσω

που δεν μ` αφήνει ενούς παλιού σεβντά να του ξεχάσω.

 

Γιγκλά Ειρήνη (Ρέθυμνο)

Γιάντα χαρά όντε με δεις την πλάτη μου γυρίζεις

ήντα χω, ήντα σου 'καμα και γιάντα μου μανίζεις.

 

Τζιγκουνάκη Πετρογλάκη Χαρούλα (Τζιτζιφές Αποκορώνου)

Κι ήντα πως βγαίνει ήλιου φως κι η νύχτα πως τελειώνει

α(ν) δε σε δουν τα μάθια μου θαρρώ δεν ξημερώνει.

 

Μπούτζουκα Μαρία (Σχολή Ασωμάτων Ρέθυμνο)
 ΄Ηντα κοντό να θυμηθώ γ' ήντα να πρωτοκλάψω

 και πιο απ' όλα τα όνειρα μέσα στη γης να θάψω.

 

Δρακάκη Ζωή (Ρέθυμνο)

΄Ηρθε η μοίρα γελαστή και μου 'φερε τον πόνο

κι είπε ήντα νόμιζες πως θα σ' αφήσω μόνο.

 

Ψαθόπουλος Λεωνίδας (Αθήνα)

Όσες φορές κι αν έπεσα με σήκωσε θυμάμαι 

γι' αυτό κατέχω στη ζωή η μάνα μου ίντα ΄ναι.

 

Κουκλινός Αντώνης (Ασήμι Μονοφατσίου Ηράκλειο)

 Ίντα το θέλει ο άθρωπος όση κ' α ν' έχει πείρα

άλλα στελειώνει στη ζωή κ' άλλα του φέρνει η μοίρα.

 

Λεώνης Γιάννης (Αθήνα)

 ΄Ηντα ναι ήντα σου 'καμα ήντα 'χεις μου γραμμένα

 να βωλοσέρνω τ' άδικο στης μοίρας τα σπαρμένα.

 

Καλλιτσουνάκη Αθανασία (Ρέθυμνο)

Ίντα θαρρείς πως έζησα κοντά σου να μου λείψει

που στη καρδιά μου έδινες μόνο καημό και θλίψη.

 

Καλλιτσουνάκη Γιάννα (Ασκύφου Σφακίων Χανιά)

Πρόσεχε πάντα ήντα λες στην εποχή ετούτη

γιατί ο κόσμος γίνηκε ύπουλος μες τα πλούτη.

 

Στεφανάκης Μιχάλης (Γάλλου Ρέθυμνο)

Ήθελα και να κάτεχα ήντα σταυρό σηκώνω

και κάθομαι αμοναχό σα ντο κερί να λειώνω.

 

Λιονής Γιάννης (Ατσιπόπουλο Ρέθυμνο)

Ποτές μου δεν εσκέφτηκα ήντα λογιώς θα ζήσω

μα ήντα καλό στο δρόμο μου οπίσω μου θ' αφήσω.

 

Παπαδάκη Κωνσταντίνα (Μεγαλόπολη Αρκαδίας)

Κεινη που μάνα θα γεννεί μόνο τοτές θα νοιώσει

ήντα θυσίες το παιδί θέλει να μεγαλώσει.

 

Νικηφόρος Νικόλαος (Αξός Μυλοποτάμου Ρέθυμνο)

Για πες μου ήντα σου ' καμα κι' όλο με κατατρέχεις

και τη κακή μ' αθιβολή όπου κι αν πάρεις, έχεις.

 

Γαριπαντώνης (Νίβρυτος Ζαρός Ηράκλειο)

Χωρίσαμε κι όμως ρωτάς που είμαι κι ήντα κάνω

κι ήντα σε νοιάζει και ρωτάς ακόμη κι αν ποθάνω.

 

Καλλέργης Κωστής  Κ.Ι.Γ.Κ (Λούτρα Ρέθυμνο)

Η φλόγα που 'χα στην καρδιά, επήγενε χαράμι

αφού δεν την εσύμπαινες είντα 'θελες να κάμει.

 

Ξενιτεμένος (Αμάρι Ρέθυμνο)

Το γέλιο που τση χάρισα πρωτού να με προδώσει

ίντα θα πει παράπονο εύχομαι να μη νιώσει.

 

Ζουρμπάκης Γιώργος (Ρέθυμνο)

 Ήντα σημαίνει σεβασμός συ μου 'μαθες μητέρα

και θύμησες παλιού καιρού μου 'ρχονται κάθε μέρα.

 

Ζουρμπάκης Γιώργος ( Για το προηγούμενο θέμα)

Σαλεύγω και πορεύομαι θαρρώ με ντρέτα ζάλα

μικρά κι αργά μ'αν χρειαστεί γίνονται και μεγάλα.

 

 

Βοτζάκη Κατερίνα (Ρέθυμνο)

Ήντα λογιώς το κάνουνε και πως το νταγιαντούνε

αθρώποι π' εμπιστεύτηκες να σε τσαλοπατούνε.

 

Το επόμενο μας θέμα είναι μια ρίμα...Γράψτε  3-4 μαντινάδες που να έχουν σχέση η μια με την άλλη μέχρι την Τετάρτη 20 Μαΐου το πρωί.

Στείλετε σε αυτό το τηλέφωνο 6981572714. Ευχαριστώ πολύ!

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ