Με σημαντική πτώση στην παραγωγή ολοκληρώνεται η φετινή ελαιοκομική περίοδος στην Κρήτη οδηγώντας τα περισσότερα ελαιοτριβεία στο κλείσιμο των εργασιών τους νωρίτερα από το συνηθισμένο, καθώς δεν υπάρχουν αρκετές ελιές για άλεσμα. Στην ανατολική Κρήτη η μείωση της παραγωγής έφτασε έως και 80% σε σχέση με τα ιστορικά μέσα επίπεδα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Σητεία όπου η μείωση της παραγωγής ξεπέρασε το 70%.
Η εικόνα όμως δεν είναι ομοιόμορφη σε όλο το νησί. Καλύτερες αποδόσεις καταγράφονται σε περιοχές όπως τα Χανιά, το Ρέθυμνο και η Κάτω Μεσσαρά, οι οποίες συγκρατούν εν μέρει τη συνολική πτώση. Αντίθετα, στη Βόρεια και Ανατολική Κρήτη η παραγωγή εμφανίζει μείωση που σε αρκετές περιπτώσεις αγγίζει ή και φτάνει το 80%.
"Ότι μαζέψαμε, μαζέψαμε" λένε αρκετοί παραγωγοί που μπροστά στην εξαιρετικά μειωμένη παραγωγή καρπού και ελαιολάδου, έχουν εναποθέσει τώρα τις ελπίδες τους στην επόμενη χρονιά.
Η Κρήτη, που παραδοσιακά αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής παραγωγής ελαιολάδου, αντιμετώπισε φέτος μια σειρά δυσμενών συνθηκών όπως είναι η παρατεταμένη ξηρασία και υψηλές θερμοκρασίες, καθώς και προσβολές από τον δάκο της ελιάς, γεγονότα που επιβάρυναν σοβαρά την καρποφορία και τελικά την παραγωγή.
Οι παραγωγοί και οι ελαιοτριβείς σημειώνουν ότι η μείωση της συγκομιδής δεν επηρεάζει μόνο την ποσότητα, αλλά και το εισόδημα των νοικοκυριών που βασίζονται στην ελαιοπαραγωγή ως κύρια πηγή εισοδήματος. Σε πολλές κοινότητες, η χαμηλή παραγωγή και τα αυξημένα κόστη συγκομιδής εντείνουν την πίεση στους παραγωγούς, που αντιμετωπίζουν μια χρονιά με λιγότερα αποθέματα και μειωμένες πωλήσεις.
Η εικόνα αυτή συμβάλλει στον προβληματισμό για την βιωσιμότητα των μικρών καλλιεργειών ελιάς και την ανάγκη στήριξης και ενίσχυσης των παραγωγών από εθνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Παράλληλα με τη μείωση της παραγωγής, η Κρήτη βλέπει και ανταγωνισμό από χώρες όπως Τυνησία και Τουρκία, που κερδίζουν μερίδιο στην αγορά λόγω χαμηλότερου κόστους παραγωγής και ανταγωνιστικών τιμών.
ekriti.gr
