Ο Άντι Μπέρναμ εισήλθε στην Ντάουνινγκ Στριτ υποσχόμενος «ελπίδα», οικονομική ανακούφιση και τις μεγαλύτερες πολιτικές αλλαγές των τελευταίων 40 ετών. Πριν, όμως, προλάβει να σχηματίσει πλήρως την κυβέρνησή του, αγορές, αντιπολίτευση και εσωκομματικοί αντίπαλοι άρχισαν να οριοθετούν το πεδίο μέσα στο οποίο θα μπορεί να κινηθεί.
Ο Άντι Μπέρναμ δεν ανέλαβε απλώς την πρωθυπουργία της Βρετανίας, ανέλαβε την εξουσία έπειτα από μια εσωκομματική ανατροπή που έβαλε πρόωρο τέλος στην πρωθυπουργία του Κιρ Στάρμερ και άνοιξε έναν νέο κύκλο σύγκρουσης στο εσωτερικό των Εργατικών. Η πρώτη εικόνα του νέου πρωθυπουργού ήταν προσεκτικά «στημένη» και μάλλον δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά. Χειραψία με τον βασιλιά Κάρολο Γ΄, χαμόγελα μπροστά στις κάμερες και στη συνέχεια η καθιερωμένη είσοδος στον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ.
Το μήνυμα που επιχείρησε να περάσει ήταν πως η αλλαγή ηγεσίας δεν αποτελεί μια ακόμη κρίση για τη χώρα, αλλά μια ευκαιρία επανεκκίνησης. «Είναι η στιγμή που η Βρετανία αρχίζει ξανά να πιστεύει», δήλωσε, παρουσιάζοντας την άνοδό του στην εξουσία ως την αρχή μιας περιόδου ελπίδας και ανασυγκρότησης. Πίσω, ωστόσο, από τη συμβολική εικόνα της ομαλής μετάβασης βρίσκεται μια πολύ πιο δύσκολη πολιτική πραγματικότητα. Ο Μπέρναμ πρέπει ταυτόχρονα να δικαιολογήσει την ανατροπή του προκατόχου του, να επιβληθεί σε ένα διαιρεμένο κυβερνών κόμμα, να καθησυχάσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές και να αντιμετωπίσει αντιπάλους που αμφισβητούν ήδη τη δημοκρατική νομιμοποίησή του.
Εξουσία χωρίς εκλογική εντολή
Το πρώτο πολιτικό πρόβλημα του νέου πρωθυπουργού είναι προφανές: δεν εξελέγη από το σύνολο των Βρετανών ψηφοφόρων για να ηγηθεί της χώρας. Οι Εργατικοί κέρδισαν τις εκλογές του 2024 υπό την ηγεσία του Κιρ Στάρμερ. Ο Άντι Μπέρναμ μπορεί να διαθέτει την υποστήριξη του κόμματός του και την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που απαιτείται για να κυβερνήσει, αλλά δεν διαθέτει προσωπική λαϊκή εντολή για το πρόγραμμα που τώρα εξαγγέλλει. Αυτό ακριβώς το κενό επιχειρεί να εκμεταλλευτεί ο Νάιτζελ Φάρατζ.
Ο ηγέτης του δεξιού, λαϊκιστικού Reform UK απαίτησε άμεσα τη διεξαγωγή γενικών εκλογών, υποστηρίζοντας ότι ένας πρωθυπουργός που υπόσχεται τις μεγαλύτερες πολιτικές αλλαγές των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς νέα εντολή από τους πολίτες. Η απαίτηση αυτή δεν δημιουργεί συνταγματική υποχρέωση για τον Μπέρναμ. Η κυβέρνησή του μπορεί να παραμείνει στην εξουσία έως το 2029. Δημιουργεί, όμως, ένα ισχυρό πολιτικό επιχείρημα εναντίον του: όσο μεγαλύτερες είναι οι αλλαγές που θα επιχειρεί, τόσο πιο έντονα η αντιπολίτευση θα αμφισβητεί το δικαίωμά του να τις εφαρμόσει.
Για τον Φάρατζ, η αλλαγή ηγεσίας στους Εργατικούς αποτελεί ευκαιρία να εμφανίσει το πολιτικό σύστημα ως κλειστό μηχανισμό εξουσίας που αλλάζει πρωθυπουργούς χωρίς να ρωτά τους ψηφοφόρους. Για τον Μπέρναμ, αντίθετα, η επιβίωση θα εξαρτηθεί από το εάν θα μπορέσει να δημιουργήσει εκ των υστέρων τη νομιμοποίηση που σήμερα δεν διαθέτει.
Το πρώτο μήνυμα των αγορών
Η δεύτερη προειδοποίηση προς το νέο πρωθυπουργό δεν προήλθε από την αντιπολίτευση, αλλά από τις αγορές. Μερικές μόνο ώρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Μπέρναμ μίλησε για την ανάγκη σεβασμού των δημοσιονομικών κανόνων, προσθέτοντας όμως ότι η κυβέρνησή του θα αξιοποιήσει «κάθε περιθώριο ευελιξίας» που αυτοί επιτρέπουν.
Η διατύπωση ήταν αρκετή για να προκαλέσει ανησυχία. Οι βρετανικοί κρατικοί τίτλοι δέχθηκαν πιέσεις, η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε το 5% και η στερλίνα υποχώρησε έναντι του δολαρίου. Η αντίδραση των αγορών λειτουργεί ως σαφής υπενθύμιση των περιορισμών που αντιμετωπίζει κάθε βρετανική κυβέρνηση. Ο Μπέρναμ μπορεί να θέλει να διαφοροποιηθεί από τη δημοσιονομική αυτοσυγκράτηση του Στάρμερ, δεν μπορεί όμως να αγνοήσει το κόστος δανεισμού ούτε να δώσει την εντύπωση ότι η νέα κυβέρνηση σχεδιάζει ανεξέλεγκτες δαπάνες.
Το πολιτικό του στοίχημα είναι δύσκολο. Υποσχέθηκε να προσφέρει στους πολίτες οικονομικό «χώρο για να αναπνεύσουν», να στηρίξει τα χαμηλότερα εισοδήματα και να αντιδράσει άμεσα στην κρίση του κόστους ζωής. Για να το πετύχει, θα χρειαστεί είτε να μειώσει φόρους είτε να αυξήσει δημόσιες δαπάνες. Και οι δύο επιλογές απαιτούν χρήματα που η Βρετανία δεν διαθέτει χωρίς νέα φορολογία, περικοπές ή δανεισμό.
Η πρώτη κίνηση και ο συμβολισμός της
Η πρώτη οικονομική παρέμβαση της κυβέρνησης ήταν η κατάργηση του φόρου προστιθέμενης αξίας στην ηλεκτρική ενέργεια. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές εκτιμήσεις, η αλλαγή θα προσφέρει μια περιορισμένη αλλά άμεση ελάφρυνση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Ο Μπέρναμ επέλεξε να χρηματοδοτήσει το μέτρο εγκαταλείποντας το σχέδιο της προηγούμενης κυβέρνησης για την καθιέρωση εθνικής ψηφιακής ταυτότητας.
Η επιλογή αυτή έχει σαφή πολιτικό συμβολισμό. Ο νέος πρωθυπουργός επιχειρεί να δείξει ότι μεταφέρει πόρους από ένα μακροπρόθεσμο, τεχνοκρατικό σχέδιο σε ένα μέτρο με άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα. Επιχειρεί επίσης να διαφοροποιηθεί από τον Στάρμερ, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι καθυστέρησε να αξιοποιήσει την εκλογική νίκη του και ότι δεν κατάφερε να μετατρέψει την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία σε αισθητή αλλαγή για τους πολίτες. Ο Μπέρναμ θέλει να αποφύγει αυτή την παγίδα.
Για τον λόγο αυτόν μίλησε για έναν «διακόπτη επανεκκίνησης» για τη χώρα και για αλλαγές που θα προωθηθούν γρήγορα. Η ταχύτητα, όμως, μπορεί να γίνει ταυτόχρονα πλεονέκτημα και απειλή. Όσο ταχύτερα κινείται μια νέα κυβέρνηση, τόσο λιγότερο χρόνο διαθέτει για να υπολογίσει τις αντιδράσεις και να δημιουργήσει συμμαχίες.
Η συντηρητική επίθεση και το δίλημμα των περικοπών
Η αρχηγός των Συντηρητικών, Κέμι Μπάντενοκ, επέλεξε να καλωσορίσει τυπικά τον νέο πρωθυπουργό, προτού περάσει αμέσως στην επίθεση. Το επιχείρημά της είναι απλό: η Βρετανία δεν μπορεί να δανειστεί περισσότερο, η φορολογική επιβάρυνση βρίσκεται ήδη σε υψηλά επίπεδα και, επομένως, η μόνη διαθέσιμη επιλογή είναι η μείωση των κρατικών δαπανών.
Η θέση αυτή στριμώχνει πολιτικά τον Μπέρναμ. Εάν προχωρήσει σε περικοπές, κινδυνεύει να διαψεύσει το κοινωνικό προφίλ με το οποίο κατέκτησε την ηγεσία. Εάν αυξήσει τους φόρους, θα δεχθεί επίθεση ότι πλήττει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Εάν στραφεί στον δανεισμό, θα βρεθεί απέναντι στις αγορές.
Το πρόβλημα αποτυπώθηκε και στην προειδοποίηση του επικεφαλής της JP Morgan Chase, Τζέιμι Ντάιμον, ότι η τράπεζα θα μπορούσε να επανεξετάσει τη σχεδιαζόμενη επένδυσή της για νέα γραφεία στο Λονδίνο, εάν η κυβέρνηση επιβάλει μεγάλες νέες επιβαρύνσεις στον τραπεζικό κλάδο. Η παρέμβαση δεν αποτελεί απλώς επιχειρηματική προειδοποίηση. Είναι μια επίδειξη ισχύος. Δείχνει ότι ο Μπέρναμ δεν θα διαπραγματευτεί μόνο με το Κοινοβούλιο και το κόμμα του, αλλά και με οικονομικά κέντρα ικανά να επηρεάσουν επενδύσεις, θέσεις εργασίας και την αξιοπιστία του Λονδίνου ως παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κέντρου.
Το δύσκολο μέτωπο στο εσωτερικό των Εργατικών
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Μπέρναμ ίσως δεν βρίσκεται απέναντί του, αλλά μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Οι περισσότεροι βουλευτές της προοδευτικής πτέρυγας στήριξαν την εκστρατεία του για την απομάκρυνση του Στάρμερ. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι θα στηρίξουν και τις κυβερνητικές επιλογές του.
Η απόφαση να διατηρήσει τη Σαμπάνα Μαχμούντ στη θέση της υπουργού Εσωτερικών δείχνει ότι ο νέος πρωθυπουργός δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη σκληρότερη πολιτική στο μεταναστευτικό. Η μεταρρύθμιση των κανόνων ασύλου, εγκατάστασης και νόμιμης μετανάστευσης προκαλεί ήδη αντιδράσεις στην αριστερή πτέρυγα των Εργατικών. Ακόμη πιο αμφιλεγόμενη μπορεί να αποδειχθεί η τοποθέτηση του Τζον Χίλι στο υπουργείο Οικονομικών. Ο πρώην υπουργός Άμυνας είχε συγκρουστεί με την προηγούμενη ηγεσία για το ύψος των αμυντικών δαπανών και είχε κατηγορήσει την τότε υπουργό Οικονομικών ότι εμπόδιζε την αύξησή τους. Για πολλούς προοδευτικούς βουλευτές, η ενίσχυση της άμυνας απειλεί να απορροφήσει πόρους από την κοινωνική πρόνοια, τη στέγαση, τις δημόσιες υπηρεσίες και την πράσινη μετάβαση.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές αντιφάσεις της νέας κυβέρνησης. Ο Μπέρναμ ανέβηκε στην εξουσία με τη στήριξη όσων ήθελαν μια πιο κοινωνική και πιο τολμηρή κυβέρνηση. Παράλληλα, όμως, δείχνει ότι επιδιώκει αυστηρή μεταναστευτική πολιτική και υψηλότερες αμυντικές δαπάνες. Η συμμαχία που τον έφερε στην πρωθυπουργία μπορεί, επομένως, να αποδειχθεί πολύ πιο εύθραυστη από όσο φαινόταν κατά την αναμέτρηση με τον Στάρμερ.
Η κομβική σχέση με τις ΗΠΑ του Τραμπ
Στο εξωτερικό, η πρώτη δοκιμασία ήρθε από την Ουάσιγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προηγουμένως δηλώσει ότι γνώριζε ελάχιστα για τον νέο Βρετανό πρωθυπουργό, πέρα από την εντύπωση ότι είναι «εξαιρετικά φιλελεύθερος». Η πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία των δύο ηγετών, ωστόσο, φαίνεται ότι κύλησε χωρίς ένταση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τη συνομιλία ενδιαφέρουσα και επιτυχημένη, ενώ ο Μπέρναμ τον προσκάλεσε να επισκεφθεί μελλοντικά το Μάντσεστερ, την πόλη της οποίας διετέλεσε δήμαρχος επί εννέα χρόνια. Η σχέση με τον Τραμπ απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς. Ο νέος πρωθυπουργός θα πρέπει να διατηρήσει τη στρατηγική σύνδεση Βρετανίας και Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς να αποξενώσει τη βάση των Εργατικών, μεγάλο μέρος της οποίας αντιμετωπίζει τον Αμερικανό πρόεδρο με έντονη καχυποψία.
Η μάχη της πρώτης περιόδου
Ο Άντι Μπέρναμ υποσχέθηκε ότι αργότερα μέσα στο έτος θα παρουσιάσει ένα δεκαετές σχέδιο για το μέλλον της Βρετανίας. Προτού, όμως, φτάσει εκεί, θα πρέπει να επιβιώσει από τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής του.
Η σύγκρουση δεν θα είναι μόνο ανάμεσα στους Εργατικούς και την αντιπολίτευση. Θα είναι μια ταυτόχρονη μάχη ανάμεσα στην κυβέρνηση και τις αγορές, ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τις διαφορετικές πτέρυγες του κόμματός του, ανάμεσα στην ανάγκη για κοινωνικές παρεμβάσεις και στην πίεση για δημοσιονομική πειθαρχία. Ο Μπέρναμ έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: αντιλαμβάνεται την κόπωση και την απογοήτευση μιας κοινωνίας που ζητά αποτελέσματα. Διαθέτει επίσης πολιτικό ένστικτο, εμπειρία στην τοπική διοίκηση και την εικόνα ενός ηγέτη που βρίσκεται πιο κοντά στην καθημερινότητα των πολιτών. Έχει, όμως, και ένα θεμελιώδες μειονέκτημα.
Η εξουσία του γεννήθηκε μέσα από την αποτυχία ενός άλλου πρωθυπουργού και όχι μέσα από τη δική του εκλογική νίκη. Η υπόσχεση της «ελπίδας» μπορεί να τον οδηγήσει μακριά μόνο εάν συνοδευτεί από χειροπιαστά αποτελέσματα. Διαφορετικά, η εσωκομματική ανατροπή που τον έφερε στην Ντάουνινγκ Στριτ θα παρουσιάζεται όλο και περισσότερο όχι ως μια αναγκαία επανεκκίνηση, αλλά ως ένας ακόμη γύρος στην αδιάκοπη μάχη για τον έλεγχο της βρετανικής εξουσίας.
protothema.gr
