Η καλή υγεία, εξαρτάται δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό από το εισόδημα, ακόμη και εν έτη 2026, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ. Παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται μετά την οικονομική ύφεση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. Οι ακάλυπτες ανάγκες εξακολουθούν να είναι πολύ μεγάλες ακόμη και σήμερα.
Ειδικότερα, η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία.
Την ίδια ώρα, η οικογένεια αποτελεί το βασικότερο υποστηρικτικό κομμάτι για τη φροντίδα των ηλικιωμένων και φυσικά χωρίς πληρωμή.
Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών - ΙΟΒΕ που παρουσίασε σήμερα Δευτέρα 7 Ιουνίου σε ειδική εκδήλωση ο κ. Αντώνης Μαυρόπουλος, Ανώτερος Ερευνητής του ΙΟΒΕ, ενώ ομιλία για τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη πραγματοποίησε ο κ. Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies (IFS) του Λονδίνου.
Η καλή υγεία είναι συνάρτηση του εισοδήματος
Σύμφωνα με τα βασικά ευρήματα της μελέτης:
Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ.
Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο.
Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο.
Οι οικονομικές ανισότητες μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στην κατάσταση υγείας και στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.
Ο ρόλος της οικογένειας στη μακροχρόνια φροντίδα
Η μακροχρόνια φροντίδα, σύμφωνα πάντα με την μελέτη, ορίζεται ως το σύνολο υπηρεσιών και υποστήριξης που απευθύνονται σε άτομα τα οποία, λόγω σωματικής ή/και ψυχικής ευαλωτότητας ή αναπηρίας, εξαρτώνται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα από βοήθεια για δραστηριότητες της καθημερινής ζωής ή/και χρειάζονται συνεχή φροντίδα.
Η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί έναν από τους πιο αδύναμους πυλώνες κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα.
Καθώς ο πληθυσμός γηράσκει με ταχείς ρυθμούς, η χώρα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην οικογένεια για την παροχή φροντίδας, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις, ιδιαίτερα για τις γυναίκες.
Τα βασικά ευρήματα είναι τα εξής:
Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ.
Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση υπηρεσιών φροντίδας.
Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες κάλυψης αναγκών φροντίδας.
Η άτυπη οικογενειακή φροντίδα εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό υποστήριξης.
Οικονομική ανασφάλεια & ανισότητες
Κεντρικό σημείο της μελέτης είναι η διαπίστωση ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία στους βασικούς δείκτες ανισότητας, η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Η εισοδηματική ανισότητα έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και η οικονομία έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, ωστόσο πολλοί πολίτες εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την ανισότητα ως ιδιαίτερα έντονη και να δηλώνουν σε μεγάλο ποσοστό ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Η σύνθετη αυτή πραγματικότητα αναδεικνύει ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά μέσα από την κατανομή του εισοδήματος.
Η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία, η επάρκεια των υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και η ολοένα αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών και τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.
Η μελέτη εξετάζει την εξέλιξη των ανισοτήτων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2015-2025, μέσα από έξι αλληλένδετες διαστάσεις – εισόδημα, αγορά εργασίας, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση – αναδεικνύοντας τόσο περιοχές όπου έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος όσο και δομικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν τις ευκαιρίες για σημαντικό μέρος του πληθυσμού.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα μικρότερες ανισότητες σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, χωρίς όμως να έχει ακόμη γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των θετικών μακροοικονομικών και στατιστικών εξελίξεων και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών.
Συνεπώς, μπορεί να εξηγηθεί γιατί η αίσθηση ανισότητας παραμένει ισχυρή, ακόμη και σε μια περίοδο βελτίωσης πολλών δεικτών, και αναδεικνύεται η ανάγκη για πολιτικές που θα ενισχύσουν όχι μόνο τα εισοδήματα αλλά και την ισότητα πρόσβασης σε ευκαιρίες και βασικές υπηρεσίες.
Μετά την παρουσίαση της μελέτης, ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή του κ. Πάνου Τσακλόγλου, Καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην Υφυπουργού Εργασίας και μέλους του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, της κυρίας Ειρήνης Ανδριοπούλου, Ανώτερης Οικονομολόγου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, και της κυρίας Νίκης Καλαβρέζου, Research Team Leader στο European Centre for Social Welfare Policy and Research της Βιέννης. Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε οΓενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Βέττας.
cnn.gr
