Παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης περί βελτίωσης της λειτουργίας της ελληνικής δικαιοσύνης, το European Justice Scoreboard (The 2026 EU Justice Scoreboard), που παρουσιάστηκε την περασμένη Πέμπτη, δείχνει ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Οι δίκες αργούν όσο αργούσαν και 10 χρόνια πριν, οι εκκρεμείς υποθέσεις στα δικαστήρια αυξάνουν, οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αμφισβητούν την ανεξαρτησία της της δικαιοσύνης στην Ελλάδα, όπως επίσης και οι ίδιοι οι δικαστικοί.
Αυτό που αλλάζει είναι ο αριθμός των δικαστικών, που έχει αυξηθεί υπέρμετρα, αφού πλέον έχουμε αναλογικά τους περισσότερους δικαστές σε όλη την Ευρώπη. Σύμφωνα με το European Justice Scoreboard, στο τέλος του 2024 είχαμε 45 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους και ήταν ο μεγαλύτερος αριθμός στην ΕΕ. Μάλιστα, ο αριθμός τους είναι υπερδιπλάσιος εκείνος του 2014, όταν είχαμε περίπου 20 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους.
Τους λιγότερους δικαστές έχει η Ιρλανδία, περίπου 4 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους. Δηλαδή στην χώρα αυτήν οι δικαστές είναι υποδεκαπλάσιοι της Ελλάδας. Επίσης, η Ελλάδα πρωτεύει σε δικηγόρους. Το 2024 είχαμε περίπου 450 δικηγόρους ανά 100.000 κατοίκους, αριθμός που είναι αυξημένος τόσο σε σχέση με το 2023 όσο και με το 2014.
Η Ελλάδα είναι δεύτερη χώρα σε αριθμό δικηγόρων, πίσω από Λουξεμβούργο, που διαθέτει πάνω από 500 δικηγόρους ανά 100.000 κατοίκους. Κοντά στα επίπεδα της χώρας μας ήταν και η Κύπρος, με περίπου 440 δικηγόρους ανά 100.000 κατοίκους.
Παρά, όμως, την πληθώρα δικαστικών και δικηγόρων, οι νομικές υποθέσεις προχωρούν στη χώρα μας με πολύ αργές διαδικασίες. Κατά μέσο όρο απαιτούνται 650 ημέρες για την εκδίκαση μιας υπόθεσης που φτάνει στο πρωτοδικείο. Αυτός είναι ο δεύτερος χειρότερος χρόνος στην ΕΕ, με τη χειρότερη επίδοση να την κατέχει η Κύπρος, με μέσο όρο εκδίκασης μιας υπόθεσης πάνω από 700 ημέρες.
Η κατάσταση αλλάζει αν από τις υποθέσεις αυτές εξαιρεθούν οι διοικητικές διαφορές. Τότε είναι η Ελλάδα που παίρνει τα ηνία από την Κύπρο, με τη διάρκεια επίλυσης μιας αστικής ή εμπορικής διαφοράς σε πρώτο βαθμό να ανέρχεται στις 750 ημέρες. Η διάρκεια αυτή είναι ο μεγαλύτερος χρόνος μέσα στην ΕΕ, με τη δεύτερη χειρότερη επίδοση να ανήκει στην Κύπρο, περίπου 680 ημέρες. Μάλιστα, σύμφωνα με το European Justice Scoreboard, ο μέσος χρόνος επίλυσης μιας εμπορικής ή αστικής διαφοράς διπλασιάστηκε από το 2014 έως το 2024.
Αν όμως μια αστική ή εμπορική διαφορά χρειαστεί να εκδικασθεί και στους τρεις βαθμούς που παρέχει τη δυνατότητα το δικαστικό σύστημα της χώρας, η επίδοση της Ελλάδας είναι η τρίτη χειρότερη στην ΕΕ. Κατά μέσο όρο θ’ απαιτηθούν πάνω από 1.700 ημέρες (περίπου 5 χρόνια) για να φτάσει η υπόθεση να εκδικαστεί στο ανώτατο δικαστήριο.
Χειρότερες επιδόσεις από την Ελλάδα έχουν η Κύπρος, όπου μια υπόθεση που φτάνει σε τρίτο βαθμό εκδίκασης χρειάζεται περίπου 2.400 ημέρες, και η Ιταλία, όπου απαιτούνται περίπου 2.250 ημέρες. Την καλύτερη επίδοση στην ΕΕ έχει η Αυστρία, όπου κατά μέσο όρο χρειάζεται 300 ημέρες για μια υπόθεση να φτάσει από το πρωτοδικείο στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας.
Το European Justice Scoreboard δείχνει ότι η κατάσταση με τις εκκρεμείς υποθέσεις της δικαιοσύνης στην Ελλάδα επιδεινώνεται.
Τουλάχιστον μέχρι το 2024, ο ρυθμός διεκπεραίωσης δικαστικών αστικών και εμπορικών διαφορών ήταν στο 80%. Ο λόγος αυτός δείχνει τον αριθμό των εισερχόμενων υποθέσεων προς τις διεκπεραιωμένες.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το 2024 μία στις πέντε υποθέσεις παρέμενε εκκρεμής. Μάλιστα, ο ρυθμός των υποθέσεων που δεν εκδικάζονταν αυξήθηκε τόσο το 2024 έναντι του 2023 (8%) όσο και έναντι του 2023 έναντι του 2022 (7%). Επίσης, το 2014 ο ρυθμός επίλυσης διαφορών αστικών και εμπορικών στα δικαστήρια της χώρας ήταν μεγαλύτερος του 100%, δηλαδή μειωνόταν το απόθεμα των διαφορών, αντί ν’ αυξάνει, όπως συμβαίνει σήμερα.
Αυτό φαίνεται και από τον αριθμό των αστικών ή εμπορικών υποθέσεων που συσσωρεύονται στα δικαστήρια της χώρας. Σύμφωνα με το European Justice Scoreboard, το 2024 είχαμε κάτι περισσότερο από 7 εκκρεμείς υποθέσεις ανά 100 κατοίκους, όταν το 2014 ήταν περίπου 4,5 υποθέσεις ανά 100 κατοίκους και το 2023 ήταν 5,3 υποθέσεις ανά 100 κατοίκους.
Η αμφισβήτηση της δικαιοσύνης
Το European Justice Scoareboard παρουσιάζει στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου για να καταδείξει την αντίληψη που έχουν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις για τη δικαιοσύνη στη χώρα τους. Η Ελλάδα λαμβάνει πολύ άσχημες επιδόσεις σχετικά με την ανεξαρτησία του δικαστικού της συστήματος και το αξιοπερίεργο είναι ότι η χαμηλότερη εκτίμηση προέρχεται από τον επιχειρηματικό κόσμο.
Ειδικότερα, με βάση τα στοιχεία του ευρωβαρόμετρου, περίπου το 43% των Ελλήνων πολιτών χαρακτηρίζει πολύ ή σχετικά ανεξάρτητη τη δικαιοσύνη, ενώ πάνω από 55% τη θεωρεί μη ανεξάρτητη, είτε πολύ είτε λίγο. Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα στη 19η θέση μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ, με την καλύτερη θέση να διατηρεί η Δανία, όπου το 88% των κατοίκων της θεωρεί την τοπική δικαιοσύνη πολύ ή σχετικά ανεξάρτητη.
Μεταξύ των επιχειρήσεων, λιγότερο από μία στις τρεις επιχειρήσεις στη χώρα μας θεωρεί την ελληνική δικαιοσύνη ανεξάρτητη, είτε πολύ ή είτε λίγο. Αντίθετα, περίπου 2 στις 3 επιχειρήσεις θεωρούν τη δικαιοσύνη μη ανεξάρτητη. Η επίδοση αυτή κατατάσσει την Ελλάδα στην 25η θέση της ΕΕ, έχοντας πίσω της μόνον την Κροατία και τη Βουλγαρία. Πρώτη χώρα είναι η Σουηδία, όπου περίπου το 90% των επιχειρηματιών της θεωρεί τη σουηδική δικαιοσύνη ανεξάρτητη, είτε λίγο είτε πολύ.
Σύμφωνα με την ίδια την έρευνα, πάνω από το 50% των ελληνικών επιχειρήσεων θεωρεί ότι το καθεστώς και η θέση των δικαστών δεν εγγυώνται επαρκώς την ανεξαρτησία τους, ενώ πάνω από το 60% θεωρεί ότι η δικαιοσύνη δέχεται παρεμβολές ή/και πιέσεις από οικονομικά και άλλου τύπου συμφέροντα. Επίσης, πάνω από το 60% των ελληνικών επιχειρήσεων θεωρεί ότι στη δικαιοσύνη ασκούνται παρεμβολές ή πιέσεις από την κυβέρνηση και τους πολιτικούς.
Εκεί δε που η Ελλάδα εμφανίζεται απόλυτος ουραγός στους 27 της ΕΕ, είναι στην αίσθηση της ασφάλειας των επενδύσεων. Το 2026 μόνον μία στις τέσσερις επιχειρήσεις θεωρεί ότι η δικαιοσύνη προστατεύει είτε πολύ είτε λίγο τις επενδύσεις, ενώ περίπου 3 στους 4 επιχειρηματίες θεωρούν ότι οι επενδύσεις δεν προστατεύονται από τους νόμους και τα δικαστήρια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ίδιοι Έλληνες δικαστές αμφισβητούν το δικαστικό σύστημα της χώρας μας. Στην ερώτηση για το πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι, εάν οι υποθέσεις έχουν ανατεθεί σε δικαστές κατά παράβαση των καθιερωμένων κανόνων ή διαδικασιών, οι Έλληνες δικαστές διαφωνούν σε ποσοστό οριακά χαμηλότερο του 50%. Το υπόλοιπο 50% είτε διαφωνεί είτε δηλώνει ότι δεν είναι σίγουρο για τον τρόπο με τον οποίο αναθέτονται οι δικαστικές υποθέσεις.
Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα μας στην προτελευταία θέση της ΕΕ, έχοντας ως τελευταία μόνον την Ουγγαρία. Στη χώρα αυτήν το 45% των δικαστικών θεωρεί ότι οι υποθέσεις στα δικαστήρια μοιράζονται με τους καθιερωμένους κανόνες ή διαδικασίες, ενώ το 55% θεωρεί ότι οι υποθέσεις μοιράζονται κατά παράβαση των κανόνων ή δηλώνει ότι δεν είναι σίγουροι για τη διαδικασία διεκπεραίωσης των υποθέσεων.
powergame.gr
