Του Οδυσσέα Γραμματικάκη
Γεροδεμένος, μερακλής, τρυφερός, εργατικός, δοτικός, κάπου απίθανα ξεροκέφαλος όταν ένιωθε αδικημένος. Ένας άνθρωπος που θαρρούσες πως ξεπήδησε από την φαντασία του Καζαντζάκη κι όμως τον είχες δίπλα σου, να πονάει για τους μόχθους και τη θλίψη του ανθρώπου, να παλεύει ασταμάτητα με την αγριάδα της Κρητικής γης που τόσο αγαπούσε, και να σου συμπαρίσταται σε κάθε στιγμή, δύσκολη ή χαρούμενη· με ένα βροντερό γέλιο, ένα ποτηράκι ρακής, ένα φρεσκοκομμένο φρούτο, μια σοφή κουβέντα, ένα τρυφερό βλέμμα ή μια ιστορία από την περιπετειώδη ζωή του.
Ο Φίλιππας απεχθανόταν τα υλικά αγαθά και, σαν ανθρώπινο αγρίμι, με το που άρχιζε να καλοκαιριάζει ένιωθε να τον πνίγει το ταβάνι του μικροσκοπικού, αλλά τόσο γεμάτου αγάπη σπιτιού του· έτσι έπαιρνε ένα παλιό κρεβάτι που είχε στην άκρη, το έβγαζε στη βεράντα κι εκεί κοιμόταν, για να έχει μοναδική σκεπή του τον έναστρο ουρανό.
Την Τετάρτη το κρεβάτι του αυτό, η «θερινή κρεβατοκάμαρα», όπως το λέγαμε χαριτολογώντας, μετακινήθηκε μια ολιά κοντύτερα στα αστέρια. Για να μπορεί από εκεί, αγκαλιά με την αγαπημένη του Λαρίσα, να τα θωρεί καλύτερα και να μην αναγκάζεται να το ξαναφέρει μέσα με το που πιάνουν τα πρωτοβρόχια. Κι απο 'κει ο Φίλιππας, ο Φίλιππας μας, παρατηρεί εκείνους που ακόμα παλεύουν με την αγριάδα της Κρητικής γης, και εμάς, τους συχνά μοχθούντες και ενίοτε θλιμμένους ανθρώπους, και συμπαρίσταται με ένα βροντερό γέλιο, ένα ακόμα ποτηράκι ρακής, ένα φρεσκοκομμένο φρούτο, μια σοφή κουβέντα, ένα τρυφερό βλέμμα ή μια ιστορία από την τόσο περιπετειώδη ζωή του.
Σε εμάς, τους δέσμιους της ύλης ζωντανούς, δεν μένει παρά να τον θυμόμαστε για πάντα.
