ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΚΡΗΤΗ

Χαρούπι: Eναλλακτική καλλιέργεια ο «θησαυρός» της Κρήτης

0

Πάνω από ένα ευρώ το κιλό φτάνει σήμερα η τιμή παραγωγού στο χαρούπι της Κρήτης, γεγονός που δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερες ελπίδες για το μέλλον, με τη χαρουπιά εδώ και πολλά χρόνια να αποκτά και πάλι σταδιακά μεγάλο ενδιαφέρον, όχι μόνο για την παραγωγή ζωοτροφών, αλλά ακόμα και πολλών ειδών διατροφής - υψίστης θρεπτικής αξίας - για τον ίδιο τον άνθρωπο. Άλλωστε, μην ξεχνάμε πως σε δύσκολα χρόνια πείνας και δυστυχίας για τον λαό μας, το χαρούπι ήταν “η σοκολάτα των φτωχών”, με τον καρπό του έκτοτε να χρησιμοποιείται σε μία ευρεία γκάμα προϊόντων από την ελληνική βιομηχανία.

Ένα δέντρο το οποίο καλλιεργείται για αιώνες στην Κρήτη και παρήγαγε έναν αγαπημένο στους κατοίκους του νησιού καρπό, κάνει την επανεμφάνισή του και προσφέρει μία λύση τόσο για τις απαραίτητες αναδασώσεις, όσο και για την εξεύρεση μιας προσοδοφόρας καλλιέργειας. Η χαρουπιά, ένα δέντρο που παραδοσιακά καλλιεργούταν στην Κρήτη από τα αρχαία χρόνια, συγκινεί πλέον και τους ειδικούς, που θεωρούν την καλλιέργειά του ως μια σημαντική ευκαιρία. Και, μάλιστα, επιδοτείται και από την Πολιτεία!

Η αναβίωση της χαρουπιάς

Μιλώντας στη “Νέα Κρήτη”, ο πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου, Σταύρος Γαβαλάς δήλωσε με νόημα: «Η χαρουπιά φύεται στην Κρήτη από την αρχαιότητα. Ταιριάζει και ευδοκιμεί στο κλίμα του νησιού. Τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε εμπορικό αντίκρισμα. Την τελευταία, όμως, πενταετία παρατηρείται αναβίωση της ενασχόλησης με τον κλάδο, λόγω δραστηριοποίησης ιδιωτικών επιχειρήσεων, που ασχολούνται με την επεξεργασία και την εμπορία του χαρουπιού».

Όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, «η τιμή που έχει φέτος το χαρούπι είναι τιμή-ρεκόρ για την εικοσαετία, ξεπερνώντας το 1 ευρώ. Αν η τιμή αυτή εξακολουθεί να υφίσταται για τα επόμενα χρόνια, η καλλιέργεια χαρουπιών θα αποτελεί ιδιαίτερα κερδοφόρα απασχόληση».

Η Κρήτη - ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές της - έχει ανάγκη από περισσότερες δασικές εκτάσεις και, όπως αναφέρει ο πρόεδρος της Ένωσης Ηρακλείου, «η χαρουπιά θα μπορούσε να αποτελέσει κύριο δέντρο αναδασώσεων». Μάλιστα, όπως αναφέρει ο ίδιος στη “Νέα Κρήτη”, «στο προσεχές μέλλον αναμένεται πρόγραμμα αναδασώσεων του υπουργείου Ανάπτυξης, ύψους περίπου 70 εκατ. ευρώ, στο οποίο και θα επιδοτείται η καλλιέργεια χαρουπιάς».

Καταλήγοντας, ο κ. Γαβαλάς τονίζει ότι «τον τελευταίο καιρό εντοπίζεται τάση προς τη χαρουπιά, μιας και γνωστοποιείται η μεγάλη διατροφική της αξία. Σαν Ένωση Ηρακλείου θα μπορούσαμε μέσω κάποιας καμπάνιας να ενημερώσουμε τον κόσμο που ενδιαφέρεται για το νέο πρόγραμμα, καθώς και γενικότερα για την καλλιέργεια της χαρουπιάς. Η χαρουπιά έχει πολλές προοπτικές και σίγουρα θα μας απασχολήσει σημαντικά στο μέλλον».

Η αξία της χαρουπιάς

 Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Παραρτήματος Κρήτης του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, κτηνίατρος Αλέκος Στεφανάκης, τόνισε στην εφημερίδα «ΝΚ»: Το υπέροχο αυτό δέντρο αποτέλεσε βασική πηγή τροφής και βιοπορισμού πολλών Κρητικών τα παλαιότερα χρόνια. Τα περασμένα χρόνια, η καλλιέργεια χαρουπιών παρήκμασε, κάτι όμως που άλλαξε τον τελευταίο καιρό. Ειδικότερα, μετά την πραγματοποίηση και κοινοποίηση σχετικών ερευνών που ανέδειξαν τη λειτουργικότητα και τη διατροφική αξία της χαρουπιάς, παρατηρείται αναβίωση του “πλούσιου” δέντρου και της καλλιέργειάς του. Η χαρουπιά είναι δυνατό να καλλιεργηθεί σε πολλές περιοχές της Κρήτης, που χαρακτηρίζονται από ημιορεινά πετρώδη εδάφη, και στα οποία δεν ευδοκιμούν - όπως είναι φυσικό - άλλες καλλιέργειες.

Πού ευδοκιμεί η χαρουπιά κι η καλλιέργειά της

Οι κλιματικές και εδαφικές συνθήκες στην Κρήτη ενδείκνυνται για την καλλιέργεια της χαρουπιάς. Ευδοκιμεί σε θερμές, ξηρές έως και υποτροπικές περιοχές - ιδιαίτερα παράκτιες: αντέχει στο αλάτι - ήπιων χειμώνων και ξηρών-θερμών καλοκαιριών, καθώς είναι ανθεκτική σε θερμοκρασίες άνω των 40°C, μιας και το ριζικό της σύστημα είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο. Εν αντιθέσει, παθαίνει σημαντικές ζημιές σε χαμηλές θερμοκρασίες κάτω των 10°C. Για τον λόγο αυτό, περιοχές με υψηλό υψόμετρο (άνω των 600 μέτρων) δε θεωρούνται ιδανικές για τις χαρουπιές. Βέβαια, έχουν λιγότερη ευαισθησία στον παγετό συγκριτικά με την ελιά, έχοντας, επιπλέον, τη δυνατότητα παραγωγής πολλών παραφυάδων, μέσω των οποίων αντικαθιστούν τους κατεστραμμένους βλαστούς. Ακόμα, περιοχές με συχνό το φαινόμενο ισχυρών ανέμων δεν ενδείκνυνται, καθώς προκαλούν ζημιές στις νεότερες χαρουπιές.

Η χαρουπιά ευδοκιμεί σε πολλά διαφορετικά εδαφικά είδη: ξηρά, βραχώδη, πετρώδη, μέχρι και επικλινή εδάφη, πλην πολύ υγρών και αργιλωδών εδαφών. Ως ιδανικότερο θεωρείται το αμμοπηλώδες έδαφος, που διαθέτει ικανοποιητική αποστράγγιση.

Η επικονίαση της γίνεται από τις μέλισσες και από τον άνεμο. Σε πρώιμη φάση, ο καρπός δημιουργείται τέλη φθινοπώρου μέχρι τέλη χειμώνα. Τους επόμενους 4 μήνες, ο καρπός αναπτύσσεται ταχέως και από τον Ιούλιο μέχρι τον Αύγουστο περνάει στο τελικό στάδιο της ωρίμανσης. Όσο αποτελεσματικότερη η επικονίαση, τόσο μεγαλύτερος ο καρπός.

Στην περίπτωση φύτευσης νέων δέντρων, καλύτερη εποχή θεωρείται η αρχή της άνοιξης, όταν έχουν παρέλθει οι χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα. Φυτεύεται σε μικρούς λάκκους (περίπου 40x40 εκ.), με ιδανική απόσταση 8 έως 10 μέτρα μεταξύ των νεόφυτων δέντρων. Συνίσταται για κάθε αρσενικό δέντρο 8 με 10 θηλυκά και κατανομή αυτών, ανάλογη. Ως δέντρο ξηρικής καλλιέργειας δε χρειάζεται πότισμα κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του χρόνου, πλην των θερμότερων ημερών του καλοκαιριού, όπου οι χαρουπιές ενδείκνυνται να ποτιστούν 2 με 3 φορές. Επίσης, δε χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα ή προσθήκη λιπασμάτων. Βέβαια, συμπληρωματικά, θα μπορούσε να προστεθεί λίπασμα - κατά προτίμηση βιολογικό - κατά την περίοδο που αναπτύσσονται οι καρποί σε πρώιμο στάδιο (περίπου τέλη χειμώνα, αρχές άνοιξης).

Η χαρουπιά δεν πλήττεται ιδιαίτερα από κάποια ασθένεια. Ο μεγαλύτερος εχθρός της είναι, μάλλον, το ποντίκι, που ειδικά το καλοκαίρι απολαμβάνει τον γλυκό καρπό, προκαλώντας όμως ζημιές, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο δέντρο.

Οι χαρουπιές κλαδεύονται όταν πρωτο-φυτευτούν, ώστε να διαμορφώσουν σωστό σχηματισμό. Είναι δυνατό να κλαδεύονται μία φορά τον χρόνο, όμως, πολύ ελαφρά. Η συγκομιδή του καρπού γίνεται όταν ο φλοιός αποκτήσει το καστανό-καφέ χαρακτηριστικό του χρώμα, περίπου τέλη Αυγούστου μέχρι και τέλη Οκτώβρη.

Η χαρουπιά, επομένως, δε θέλει ιδιαίτερη φροντίδα: ούτε δύσκολο κλάδεμα, ούτε συχνό πότισμα, ούτε απαραιτήτως επιπρόσθετη χρήση λιπασμάτων. Επίσης, δεν προσβάλλεται εύκολα από κάποια αρρώστια.

Καρποφορεί αργά, όταν το δέντρο φτάσει στο 8ο έτος περίπου. Η διαδικασία αυτή είναι δυνατό να επισπευσθεί με σωστή άρδευση και καλλιεργητική φροντίδα. Σε ηλικία 20-25 χρόνων, η χαρουπιά φτάνει στη μέγιστη δυνατή παραγωγή της.

Το περιζήτητο χαρουπάλευρο

Η χαρουπιά είναι αρκετά ανθεκτική, ειδικά σε ξηρμοθερμικά κλίματα - λιγότερο σε ψυχρά μέρη - με δυνατότητα καλλιέργειας σε άγονα και άνυδρα εδάφη, εδάφη που συναντώνται συχνά στις μεσογειακές περιοχές.

«Το χαρούπι χωρίζεται σε δύο μέρη: το εξωτερικό περίβλημα, τον φλοιό, από τον οποίο παράγεται το χαρουπάλευρο, και το εσωτερικό μέρος που αποτελείται από τους σπόρους, οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία τροφών, καλλυντικών και όχι μόνο. Τα προϊόντα που παράγονται από το χαρούπι, ειδικά οι σπόροι, είναι ιδιαίτερα περιζήτητα και εξάγονται. Τελευταία, στην Κρήτη βλέπουμε μεγάλη χρήση στο χαρουπάλευρο, σε αρτοπαρασκευάσματα, ειδικά σε είδη τύπου παξιμάδια, μιας και το νησί έχει παράδοση σε αυτά», ανέφερε ο γνωστός κτηνίατρος στη “Νέα Κρήτη”.

Μάλιστα, με βάση πρόσφατες έρευνες (PSA), που πραγματοποιήθηκαν - κατά βάση εδώ στην Κρήτη, τις περισσότερες φορές στον Σταθμό Γεωργικής Έρευνας στο Αμάρι - και έχουν ήδη δημοσιευτεί σε διεθνή περιοδικά, και στις οποίες συμμετείχε ο κ. Στεφανάκης, «αποδείχτηκε η διατροφική αξία του χαρουπιού. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, το χαρούπι αποδεδειγμένα έχει υψηλή περιεκτικότητα σε συμπυκνωμένες τανίνες, οι οποίες το καθιστούν ως προϊόν ισχυρής λειτουργικής ζωοτροφής, με αντιπαρασιτικές, αντικοκκιδιακές ιδιότητες, που βοηθούν, επιπλέον, στον μεταβολισμό των πρωτεϊνών. Το χαρούπι πρακτικά, λοιπόν, δύναται να χρησιμοποιηθεί σε ποικιλία τροφών, ζωοτροφών και άλλων προϊόντων. Μπορεί ακόμη να αποτελέσει οικολογική πηγή διατροφής ζώων, αλλά και να μετατοπιστεί με ευκολία σε βιολογική καλλιέργεια. Φυσικά, οι χαρουπιές αποτελούν, ταυτόχρονα, ιδανική επιλογή για δάση και αναδασώσεις, λόγω ανθεκτικότητας. Πράγματι, το δέντρο δε χάνει τα φύλλα του καμιά εποχή του χρόνου. Παράλληλα, αποτελεί δέντρο με ιδιαίτερα πλούσια παραγωγή».

Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζει ο ίδιος, «η χαρουπιά βρίθει πλεονεκτημάτων, γι’ αυτό και οφείλουμε να γνωστοποιήσουμε τα οφέλη της στον κόσμο και να προωθήσουμε την καλλιέργειά της».

Τα χαρακτηριστικά της χαρουπιάς

Η χαρουπιά είναι δέντρο αειθαλές, καρποφόρο και μακρόβιο. Έχει καταγωγή από τη Μέση Ανατολή και είναι γνωστό για τη χαρακτηριστική γλυκιά του γεύση. Φύεται σε όλες τις μεσογειακές χώρες, λόγω ευνοϊκού κλίματος. Στο μέγεθος μπορεί να φτάσει ως τα 10 μέτρα σε ύψος. Έχει βλάστηση πλαγιόκλαδη, κόμη σφαιρική, βλαστούς δυνατούς και φλοιό τραχύ. Τα φύλλα της κυμαίνονται από 10 μέχρι 20 εκατοστά, με κοκκινωπό χρώμα σε πρώιμη ηλικία και σκούρο πράσινο σε μεγαλύτερη. Αποτελεί δέντρο δίοικο (δηλαδή με άνθη αρσενικά, που είναι άκαρπα, και θηλυκά που δίνουν καρπό) και τα άνθη της έχουν μήκος 10-12 χιλιοστά, χρώμα πρασινοκόκκινο και δυσάρεστη οσμή. Ο καρπός της, τύπου “χέδρωπα”, όταν ωριμάσει έχει χρώμα καφέ και πολύ συμπυκνωμένη υφή.

Διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες: α) ποικιλίες άγριας χαρουπιάς, συνηθέστερα αυτοφυούς, β) ποικιλίες “ήμερης” καλλιεργήσιμης χαρουπιάς, που καλλιεργείται από τον άνθρωπο, τόσο για παραγωγή ζωοτροφών, όσο και για παραγωγή προϊόντων που καταναλώνονται από τον άνθρωπο.

neakriti.gr

 

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ