ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΕΛΛΑΔΑ

Τέλος οι… δισκέτες στα σχολικά βιβλία

0

Το βιβλίο Πληροφορικής του γυμνασίου, γραμμένο το 2006, θα μπορούσε να αποτελέσει το εμβληματικό επιχείρημα για τη σημασία του μεταρρυθμιστικού βήματος στο οποίο προχωρά το υπουργείο Παιδείας. Το βιβλίο μιλά για δισκέτες, CD-ROM, υπολογιστές τσέπης με περιορισμένες δυνατότητες, και για palmtop, τη στιγμή κατά την οποία οι έφηβοι παίζουν στα δάχτυλα τα smartphones. Το υπουργείο Παιδείας προχωρά την ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών και των βιβλίων και στις δύο εκπαιδευτικές βαθμίδες. Το έργο με ορίζοντα διετίας –αν και σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ» αναμένεται τα πρώτα βιβλία να φτάσουν τους μαθητές τον Σεπτέμβριο του 2021 με την έναρξη της επόμενης σχολικής χρονιάς– , θα συνδυαστεί με την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ενώ τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας υπηρετεί η εισαγωγή των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων.
Ειδικότερα, τα υφιστάμενα προγράμματα σπουδών γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, πλην πολύ λίγων εξαιρέσεων, έχουν εκπονηθεί και ισχύουν σήμερα για το νηπιαγωγείο, το δημοτικό και το γυμνάσιο από το 2003, και για το λύκειο από το 1998. Το υπουργείο Παιδείας προχωρά στην εκπόνηση 123 νέων προγραμμάτων σπουδών και την επικαιροποίηση και ανανέωση 139 σχολικών βιβλίων όλων των γνωστικών αντικειμένων δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου γενικής εκπαίδευσης.

Παράλληλα, θα επικαιροποιηθούν 330 προγράμματα σπουδών και βιβλία επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ηδη, το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) ολοκλήρωσε τη διαδικασία επιλογής 49 εποπτών και 210 εκπονητών, μεταξύ 750 περίπου υποψηφίων επιστημόνων – ερευνητών, ακαδημαϊκών δασκάλων και εκπαιδευτικών– οι οποίοι θα εργαστούν για την  εκπόνηση των νέων προγραμμάτων σπουδών, αλλά και της επικαιροποίησης και συγγραφής νέων σχολικών βιβλίων γενικής εκπαίδευσης.

Διδακτικές μέθοδοι

Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τις ξεπερασμένες πληροφορίες που περιέχονται σε διάφορα σημερινά βιβλία, όπως αυτό της Πληροφορικής. Το υπουργείο Παιδείας εστιάζει και στην αλλαγή των διδακτικών μεθόδων και προσέγγισης της διδασκαλίας. Για τον λόγο αυτό σχεδιάζεται επιπλέον επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στα νέα προγράμματα σπουδών, με επιστημονική κατεύθυνση που δίνει, μεταξύ άλλων, έμφαση σε καινοτόμες μεθόδους διδασκαλίας, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, ενώ θα αποδίδεται κεντρικός ρόλος στις πολλαπλές πηγές, τη συγκριτική ανάλυση, την καλλιέργεια κριτικής σκέψης των μαθητών.

Εργαστήρια δεξιοτήτων

Η αλλαγή στα προγράμματα σπουδών και τα βιβλία θα συνδυαστεί με την εισαγωγή, σε νηπιαγωγεία, δημοτικά και γυμνάσια, των εργαστηρίων δεξιοτήτων που έχουν στόχο την καλλιέργεια στους μαθητές δεξιοτήτων απαραίτητων για τη ζωή τους. Τα εργαστήρια δεξιοτήτων θα οργανωθούν από το τρέχον σχολικό έτος πιλοτικά στο υποχρεωτικό, εβδομαδιαίο ωρολόγιο πρόγραμμα, με κεντρικό στόχο οι μαθητές να εφοδιαστούν με δεξιότητες ζωής, ήπιες δεξιότητες και δεξιότητες ψηφιακού γραμματισμού. Οι τέσσερις θεματικοί άξονες των εργαστηρίων θα αφορούν α) το ευ ζην (σε αυτό τον άξονα περιλαμβάνονται η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, η πρόληψη των εξαρτήσεων, η οδική ασφάλεια, η ψυχική υγεία), β) τη φροντίδα του περιβάλλοντος (σε αυτόν τον άξονα περιλαμβάνονται η κλιματική αλλαγή, οι φυσικές καταστροφές, η παγκόσμια και τοπική κληρονομιά), γ) την κοινωνική συναίσθηση και ευθύνη (περιλαμβάνονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο εθελοντισμός, ο αλληλοσεβασμός και η διαφορετικότητα) και δ) τη δημιουργική σκέψη και πρωτοβουλία (δράσεις καινοτομίας, νεανική επιχειρηματικότητα, ρομποτική, επαγγελματικός προσανατολισμός κ.ά.).

Ενδεικτικά, η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως δήλωσε ότι «έχει ξεκινήσει η συγγραφή, όχι μόνο των νέων σχολικών βιβλίων, αλλά και μιας νέας σελίδας για τα σχολεία μας. Μιας σελίδας σύγχρονης, ποιοτικής, που συμπεριλαμβάνει τις νεότερες εξελίξεις κάθε επιστημονικού πεδίου, το οποίο αφουγκράζεται τις ανάγκες και τις ανησυχίες των νέων, που μπορεί να τους εφοδιάσει με πιο χρήσιμες, πιο επικαιροποιημένες, πιο απαραίτητες γνώσεις αλλά και να τους καλλιεργήσει σημαντικές δεξιότητες».

Εμφαση στα μαθησιακά αποτελέσματα

«Mε την αναθεώρηση των προγραμμάτων σπουδών επιδιώκεται ο αναπροσανατολισμός της σχολικής εκπαίδευσης με βάση τις νέες κοινωνικές συνθήκες και τις επιστημονικές εξελίξεις, σύμφωνα με τους αναδυόμενους στόχους και τις εκτιμώμενες απαιτήσεις της κοινωνίας του μέλλοντος. Η προώθηση παιδαγωγικών μεθόδων, η ανάδειξη διδακτικών αρχών, κατευθύνσεων και πρακτικών και η εφαρμογή στρατηγικών που δίνουν νόημα στη φοίτηση των μαθητών στο σχολείο αποτελούν αιτήματα που θέτει το όραμα της ισόρροπης και αρμονικής συναισθηματικής, πνευματικής και ψυχοκινητικής ανάπτυξης των μαθητών, παιδιών και εφήβων», λέει το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) στο κείμενο προς την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, το οποίο περιγράφει τη φιλοσοφία και τους στόχους των νέων προγραμμάτων, με βάση τα οποία θα συγγραφούν τα νέα βιβλία.

«Η έμφαση πρέπει να μετακινηθεί από το γνωστικό αντικείμενο καθεαυτό, τους διδάσκοντες και τη διδακτική διαδικασία προς τους μαθητές και τα επιδιωκόμενα/αναμενόμενα αποτελέσματα μάθησης: επιδιώκεται στην ουσία μια αντίστροφη πορεία σχεδιασμού, όπου η βάση σχεδιασμού είναι τα μαθησιακά αποτελέσματα και όλες οι υπόλοιπες παράμετροι εξαρτώνται από τον καθορισμό αυτών. Αυτή η προσέγγιση στηρίζεται στην προσανατολισμένη στα αποτελέσματα εκπαίδευση, που αποτελεί μια φιλοσοφία εκπαιδευτικού σχεδιασμού όπου όλες οι αποφάσεις εκκινούν από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και η τελική “επιδίωξη” καθορίζει όλη τη διαδικασία», προσθέτει ο πρόεδρος του ΙΕΠ κ. Γιάννης Αντωνίου.

Ζητούμενο των νέων προγραμμάτων είναι να δοθούν ερεθίσματα, κατευθύνσεις και αρχές, κίνητρα και μεθοδολογικά εργαλεία για την επίτευξη της αποτελεσματικής διδασκαλίας. Με την κατανόηση της φυσιογνωμίας κάθε γνωστικού αντικειμένου και τον προβληματισμό σχετικά με το πώς μαθαίνουν οι μαθητές και ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μαθητών κάθε φορά, επιδιώκεται οι εκπαιδευτικοί, μεταξύ άλλων, «να υιοθετούν στρατηγικές διαφοροποιημένης διδασκαλίας και αξιοποιούν εναλλακτικές πρακτικές, θεατρικές τεχνικές και ποικίλα διδακτικά εργαλεία και δημιουργικά παιχνίδια, να χρησιμοποιούν κατάλληλα τις νέες τεχνολογίες στην καθημερινή διδακτική τους πρακτική, αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής μάθησης και τα διαθέσιμα ψηφιακά εργαλεία», όπως λέει το ΙΕΠ.

Η αξιολόγηση της μάθησης με βάση τα νέα προγράμματα σπουδών επίσης αλλάζει. «Δεν μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από τη μαθησιακή διαδικασία. Στα νέα προγράμματα, πέρα από την αρχική και την τελική αξιολόγηση, δίνεται έμφαση στην αξιοποίηση της διαμορφωτικής αξιολόγησης όπως ορίζεται, ως μιας παιδαγωγικής λειτουργίας ενσωματωμένης δυναμικά στη διδακτική πράξη, η οποία αποβλέπει στον συνεχή έλεγχο της επίτευξης των προσδοκώμενων μαθησιακών αποτελεσμάτων. Υπηρετεί, δηλαδή, την ανάγκη της πληροφόρησης του εκπαιδευτικού για την αποτελεσματικότητα των επιλεγόμενων από αυτόν παρεμβάσεων, επινοήσεων και ενεργειών κατά την εξέλιξη του εκπαιδευτικού έργου. Ως παιδαγωγικό, μάλιστα, εργαλείο συναρτάται με την αξιοποίηση των λαθών των μαθητών που ανατροφοδοτεί τη διδακτική πορεία», παρατηρεί το ΙΕΠ.

Τέλος, οι ομάδες εκπόνησης των προγραμμάτων σπουδών οφείλουν να δημιουργήσουν και υποστηρικτικό ψηφιακό υλικό, ενώ το σύνολο του περιεχομένου των παραδοτέων θα πρέπει να είναι κατάλληλο για ψηφιακή πρόσβαση και συμβατό με τη μορφή εύχρηστου υλικού. Αυτή η δομή θα αξιοποιηθεί και για την εύκολη πρόσβαση στα προγράμματα αλλά και για την υλοποίηση των επιμορφώσεων των εκπαιδευτικών σε αυτά.
Θρησκευτικά και Ιστορία στο επίκεντρο των αντιδράσεων διαχρονικά

Εκτός από την πολιτική επιλογή για ανανέωση του συνόλου των βιβλίων, τα προγράμματα σπουδών των Θρησκευτικών θα αλλάξουν καθώς τα προηγούμενα ακυρώθηκαν με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και αυτό διότι, ύστερα από προσφυγές, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι με τη διδασκαλία των Θρησκευτικών «πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές». Στόχοι που εκρίθη ότι δεν υπηρετούσαν τα ακυρωθέντα προγράμματα σπουδών. Ετσι για την τρέχουσα χρονιά αφαιρέθηκαν οι αναφορές σε άλλες θρησκείες στα βιβλία των μικρότερων τάξεων και συγκεντρώθηκαν σε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στα βιβλία γυμνασίου και λυκείου. Κατά τις περιόδους αλλαγών των προγραμμάτων σπουδών, αυτά των Θρησκευτικών προκαλούν συχνότερες αντιδράσεις από διάφορες πλευρές του ιδεολογικοπολιτικού φάσματος.

Ενα άλλο μάθημα είναι η Ιστορία. Αλλωστε, η πλέον πρόσφατη μεγάλη διαμάχη για σχολικό βιβλίο, ήταν για αυτό της Ιστορίας Στ΄ Δημοτικού, με επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας τη Μαρία Ρεπούση. Η διαμάχη κράτησε περίπου 29 μήνες, από τον Ιανουάριο του 2006 έως τον Μάιο του 2008. «Στο διάστημα αυτό δημοσιεύθηκαν περί τα 1.000 κείμενα, ήταν μία από τις πιο έντονες και παρατεταμένες διαμάχες που γνώρισε η Ελλάδα για τα ζητήματα εκπαίδευσης», λέει ο κ. Χάρης Αθανασιάδης, αναπληρωτής καθηγητής του Παν. Ιωαννίνων και συγγραφέας του βιβλίου «Τα αποσυρθέντα βιβλία – Εθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008». Το βιβλίο της Ιστορίας επικρίθηκε για πολλά σημεία του, αλλά αυτό που συζητήθηκε περισσότερο ήταν ότι παρουσίασε ως «συνωστισμό» την εναγώνια προσπάθεια των Ελλήνων της Σμύρνης να μπουν σε πλοία κατά τον διωγμό τους από τους Τούρκους το 1922, όταν η πόλη κάηκε. «Το κεντρικό διακύβευμα της διαμάχης ήταν η εθνοποιητική λειτουργία του. Οπως είχε υπογραμμίσει στο πόρισμά της η Ακαδημία Αθηνών, “το εγχειρίδιο δεν συμβάλλει στην ενίσχυση της εθνικής μνήμης και της ελληνικής αυτογνωσίας”. Αρα δεν είναι τυχαίο ότι η πολεμική εναντίον του αρθρώθηκε πρωτίστως για τον τρόπο με τον οποίο το εγχειρίδιο πραγματεύεται α) τις ένδοξες σελίδες και τα τραύματα του έθνους, εφόσον χρησιμοποιούνται συνήθως για να επιτευχθεί η εθνική συσπείρωση και ομοψυχία, β) τη σχέση ελληνισμού-ορθοδοξίας, εφόσον η συνάρθρωσή τους αποτέλεσε ιστορικά τον σκληρό πυρήνα της ελληνικής ταυτότητας, και γ) το ιστορικό βάθος του ελληνισμού, εφόσον η αντοχή στον χρόνο καταδεικνύει τη ζωτικότητα και την αξία ενός έθνους», λέει ο κ. Αθανασιάδης.

Ενα άλλο βιβλίο που προκάλεσε ηχηρές αντιδράσεις ήταν, το 2002, το τότε νέο εγχειρίδιο της Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου. Ενδεικτικά, στις 27 Απριλίου 2002 ο Κύπριος υπουργός Παιδείας Ουράνιος Ιωαννίδης διεμήνυσε στον Ελληνα ομόλογό του Πέτρο Ευθυμίου την έντονη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο με τον οποίο το εγχειρίδιο περιέγραφε και αποτιμούσε τον ένοπλο αγώνα της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού και για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το εγχειρίδιο είχε γραφεί από 12 νέους ιστορικούς με επικεφαλής τον Γιώργο Κόκκινο, τότε επίκουρο καθηγητή του Παν. Αιγαίου.

Επίσης, σύμφωνα με τα στοιχεία του κ. Αθανασιάδη, «σχολικό βιβλίον – παγίς» χαρακτηρίστηκε το 1965 το εγχειρίδιο της Β΄ Γυμνασίου Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική, του Κώστα Καλοκαιρινού, τότε φιλολόγου στο Κολλέγιο Αθηνών. Το βιβλίο εισήχθη μαζί με άλλα επτά στο γυμνάσιο το 1965, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης Παπανούτσου. Ωστόσο, ενώ ξέσπασε διαμάχη για τη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν τα οκτώ βιβλία, απεσύρθη μόνο του Κ. Καλοκαιρινού.

kathimerini.gr

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ